Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Περάστε από τον κ. Πρόεδρο για τα διαπιστευτήρια

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Σήμερα ο Τσίπρας γίνεται αισίως ο δέκατος Έλληνας πρωθυπουργός, που περνά το κατώφλι του Λευκού Οίκου, και μια ιστορική αναδρομή μας δίνει χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα.

Από το Δεκέμβρη του 1946, με τον Τσαλδάρη να εξασφαλίζει “ευγενή χορηγία” για τον εμφύλιο που βρισκόταν σε εξέλιξη, εγκαινιάζοντας την αλλαγή φρουράς μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας…
…στην επίσκεψη του Καραμανλή το 61′ -με την ΕΔΑ αξιωματική αντιπολίτευση ακόμα, λίγους μήνες πριν το εκλογικό όργιο βίας και νοθείας- και τον… Γκωλισμό του αρχηγού της ΕΡΕ να δείχνει το ‘ανεξάρτητο πνεύμα’ του, επικροτώντας την εισβολή στον κόλπο των Χοίρων, που γινόταν εκείνες τις μέρες…

Ο οποίος ξαναπήγε το 78′ ανεπίσημα και με την Ελλάδα έξω από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ -για τα μάτια του κόσμου. Ενώ μεσολάβησε το 64′ η επίσκεψη του Γ. Παπανδρέου του πρεσβύτερου -του πρώτου από τους τρεις- και το παζάρι για την Κύπρο, με το σχέδιο Άτσεσον, που το χάλασε η κυβέρνηση του Μακάριου.


Ο Μητσοτάκης πήγε το 90′ κι έγινε φίλος με τον Μπους, στο τέλος του “Ψυχρού Πολέμου’ με τα Βαλκάνια να είναι πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Το 94′ ήταν η σειρά του Ανδρέα, 13 χρόνια μετά την πρώτη εκλογή του, αφού στην οκταετία της Αλλαγής ήταν ακόμα νωπό το “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ” (το ίδιο συνδικάτο) και η θεωρητική εναντίωση στην πολιτική μιας χώρας, της οποίας ήταν υπήκοος. Κι όσο πολέμησε τελικά την πρώτη, πολέμησε και το δεύτερο.



Ο Σημίτης πήγε το 96′, αμέσως μετά τα Ίμια, για να ευχαριστήσει από κοντά τους Αμερικανούς -η δική μας εκδοχή thanksgiving… Και άλλη μία φορά το 2002, στον απόηχο της 11ης Σεπτέμβρη, για να πάρει οδηγίες αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Ακολούθησε ο δεύτερος Καραμανλής, αφού είχε θαφτεί το σχέδιο Ανάν, και προτού αρχίσει να χτίζει την  αφήγηση πως τον έφαγαν οι ΗΠΑ, όταν προσέγγισε τη Ρωσία για το φυσικό αέριο.

Οι Παπανδρέου τρίτωσαν με το ΓΑΠ το 2010, λίγο πριν πάει στο Καστελόριζο να ανακοινώσει το πρώτο μνημόνιο, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Κι ακολούθησε ο Σαμαράς με το δεύτερο μνημόνιο, για να τριτώσει κι εδώ το καλό με τον Αλέξη, που ντύθηκε για λίγο Τομ Κρουζ, μες στο F-16, για να μπει στο κλίμα.

Έτοιμοι για υπόκλιση; Πάμε
Κρατήστε λοιπόν ένα ωραίο στατιστικό, που δεν μπορεί να είναι σύμπτωση: στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όλοι οι πρωθυπουργοί -εξαιρώντας φυσικά τους υπηρεσιακούς- πέρασαν σε κάποια φάση της θητείας τους -αν όχι από την πρώτη τετραετία τους, για να πάρουν τα διαπιστευτήρια από τον πρόεδρο, μαζί με την ευλογία της Ουάσιγκτον και να κλείσουν παράλληλα μερικές μπίζνες.

Κι η “περήφανη Αριστερά” του Αλέξη δε θα μπορούσε φυσικά να λείπει από το κάδρο.

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

10 τύποι που συναντήσαμε στο φεστιβάλ Σπούτνικ

Δεν είναι δικό μου κείμενο αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να διαβαστεί και να διαδοθεί σε κάθε ραχούλα κάθε καλύβα κάθε τόπο δουλειάς το πόνημά του Γιάννη Α-γιαννη.

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

Εμείς στην Κατιούσα έχουμε μάτια κι αυτιά παντού. Είμαστε παντού και μέσα σας που θα λεγε και ο λαϊκός βάρδος. Στα πιο απομακρυσμένα χωριά, στα πιο ανήλιαγα υπόγεια, διάολε ακόμα και σε Φεστιβάλ που κρύβουν τους διοργανωτές τους, είμαστε.

Το πλήρωμα της Κατιούσα μπήκε λοιπόν με δημοσιογραφική κάρτα στο Φεστιβάλ Σπούτνικ για να μην αφήσει ούτε λεπτό του σεντ στους διοργανωτές και σας μεταφέρει το κλίμα. Ποιο κλίμα δηλαδή, που οι ζωντανοί οργανισμοί που έχουν ταξιδέψει στο διάστημα είναι περισσότεροι απ’ όσους βρέθηκαν στο εν λόγω φεστιβάλ.

Σε κάθε περίπτωση προτιμότερη από την (κατά)χρηση ονομάτων που παραπέμπουν σε σοβιετικά επιτεύγματα, θα ήταν η χρησιμοποίηση κάποιου πιο κοντινού στην κυβερνώσα αριστερά. Φεστιβάλ Challenger ας πούμε, που θα έκανε και τους σωστούς συνειρμούς για τη… ζωντάνια του εγχειρήματος -μετά την έκρηξη (too soon?).

Συναντήσαμε πολλούς και ωραίους τύπους και σας τους παρουσιάζουμε:
1. Το μέλος της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Σπάνιο είδος. Απαντώνται λιγότερα από 100 τέτοια θηλαστικά σε όλη την Ελλάδα κυρίως σε χώρους πέριξ υπουργείων. Δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν Λένιν, Λένον και Λίνεν, αλλά είναι βέβαιοι πως οι “θέσεις του Απρίλη” του τελευταίου οδήγησαν την ΑΕΚ στον ιστορικό συμβιβασμό. Ή η ΑΕΚ είχε τον υποβιβασμό και ο ΣΥΡΙΖΑ τον συμβιβασμό; Τέλοσπάντων, το σημαντικό είναι πως είναι χολωμένος με το κόμμα. Όλοι έχουν βρει δουλειά κι εκείνος συντηρείται ακόμα με τον πενιχρό μισθό του επαγγελματικού στελέχους. Ραπάρει τον πόνο του.



2. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος

Δηλαδή ο Γιώργος ο Παπανδρέου, που σκούπιζε το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, ήταν πιο μάγκας; Ο Ευκλείδης, σερβίρει ποτά στο μπαρ, σαν τους θείους που στο πασχαλινό τραπέζι “θα κάτσουν με τη νεολαία”. Από το μπαρ βέβαια δεν περνάει κανείς και ο υπουργός Οικονομικών, πίνει μόνος τα ποτά που φτιάχνει, έχοντας γίνει “ντέφι” από τις 10 το βράδυ. Η Εύη η Καρακώστα, κάνει μια στάση στο μπαρ, ο Ευκλείδης με μια απότομη κίνηση παρασύρει 2 τσόνι κόκκινα, αλλά λεφτά έχουμε θα πάρουμε άλλα, και της φωνάζει τρελαμένος “Εύη με ξύδια, σε βλέπω Σκάρλετ ίδια”. Η Εύη κολακεύεται κι οι δυο τους καταλήγουν αγκαλιασμένοι, με τον Ευκλείδη να διηγείται ιστορίες από τότε που “έσκισε” τον Ντάισελμπλουμ με το “Ουάου”, πως πήγε με δερμάτινη καμπαρντίνα στην Αγγλία και ο Guardian τον παρομοίαζε με νταβατζή από το Μάντσεστερ και πόσο καλά πάει το καινούργιο του βιβλίο. Κυκλοθυμικός ων, τα γυρνάει. Αρχίζει να κλαίει με αναφιλητά στην αγκαλιά της και να αναρωτιέται σε άπταιστα Greeklish γιατί εκείνος δεν καραφλιάζει, γιατί φοβάται τις μοτοσυκλέτες και γιατί το όνομά του δεν έχει πολλά “ν” να κόψει το ένα από άποψη; Είναι όμως κάθετος, αν το αφορολόγητο πέσει κάτω από τις 9 χιλιάδες θα παραιτηθεί και δεν θα ξανακάνει χρέωση σε φεστιβάλ. Άλλωστε όπως έλεγε και ο Μάρξ τον οποίο έχει μελετήσει ενδελεχώς, “ΠΑΟΚ είσαι, αφού”.





3. Τα τρολάκια

Φασαριόζοι στα social media, ανθρωπάκια από κοντά. Ο “στρατός των ατάκτων” όπως αρέσκεται να λέει ο επικεφαλής τους. Έχουν 3_3_33 προβλήματα καθώς η “διαφημιστική” στην οποία τους προσλαμβάνουν, τους πληρώνει όποτε το θυμάται. Και να πεις ότι παίρνουν κανένα μισθό της προκοπής; Σαν το ανέκδοτο με το πρώτο συμβόλαιο του Καραγκούνη. “Τι θα τα κάνεις τα λεφτά Γιώργο; Θα πάρω μηχανάκι. Και τα υπόλοιπα; Ε, τα υπόλοιπα θα τα βάλει η μάνα μου”. Έχουν κόντρα, αγενή άμιλλα θα την έλεγε κάποιος λιγότερο κακεντρεχής, με τον Periodista και τον FAQ και δεν κάθονται ποτέ μαζί. Αλλά και με την Ομάδα Μνήμης, δεν τα πάνε καλύτερα. Τοποθετούν τις καρέκλες τους σε κύκλο, σαν σε ψυχοθεραπεία, πίνουν από το νεράκι που τους κέρασε ο επικεφαλής, γουλιά – γουλιά για να βγει το βράδυ και γελάνε με τα αστεία τους για τον Άδωνι που τσιρίζει, τον Κούλη με τα πεταχτά μάτια και άλλα τέτοια βαθιά πολιτικά. Το κόμμα όμως τους έχει κι αυτούς πληγώσει. Γιατί δεν φέρνουν την Άντζυ τη Σαμίου κύριε ράπερ μου;





4. Το ΦΕΚόσιτο

Με διαφορά ο χειρότερος απ’ τις φυλές που κυκλοφορούν στο κυβερνητικό φεστιβάλ. Όταν βρίσκεται με παρέα που όντως δεν ψηφίζει την κυβέρνηση, δηλώνει -χαμηλόφωνα πάντα- πως εκείνος δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, αλλά βιοπορίζεται από τη δουλειά στο υπουργείο ή και στο Μαξίμου για τα δόλια τα παιδάκια του. Άλλωστε όπως του αρέσει να λέει κοπιάροντας κάθε μπάτσο ή ΕΠΟΠ με τύψεις «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή». Και καμιά ντροπή δεν είναι δουλειά από την άλλη. Και αν και δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, κάνει χρέωση από… υποχρέωση στον υπουργό, που είναι καλό παιδί κατά βάθος και ούτε κι εκείνος είναι ΣΥΡΙΖΑ καλά-καλά. Και σε τελική ανάλυση, με τον Μητσοτάκη δηλαδή θα είναι καλύτερα;

5. Ο δημοσιογράφος

Πριν το 2012, δεν ήταν σίγουρος αν είναι ο ή το ΣΥΡΙΖΑ και το έγραφε με μικρά γιατί δεν είχε καταλάβει ότι πρόκειται για αρκτικόλεξο. Διάβασε τα 20 χρόνια που χρειάστηκαν του Γιάννη του Μπαλάφα και αν και δουλεύει στο γραφείο τύπου του Νίκου Παππά, (όχι του καλού, του άλλου), της ΕΥΔΑΠ και έχει θέση σχολιαστή σε ένα-δυο δελτία ειδήσεων, δεν το κάνει για τα χρήματα αλλά για τις ιδέες του, τις οποίες αν η ζωή το απαιτήσει, θα καταδικάσει χωρίς περιστροφές. Αρνείται να συνομιλήσει με οτιδήποτε κατώτερο από γραμματέα υπουργείου.

6. Ο ΕΣΠΑτζης

Αγαπημένο του κομμάτι το dΕΣΠΑcito, ακούει στα κρυφά και Θεοδωράκη (όχι Μίκη, Σταύρο). Τον συνεπήραν τα αγνά κίνητρα του κινήματος ανεξαρτησίας της Καταλονίας από την Ισπανία, την οποία για κάποιο λόγο προτιμά να γράφει ΕΣΠΑνια. Είδωλό του, ο Αλέξης. Χαρίτσης. Πήρε λεφτά από πρόγραμμα για κατασκευαστικά έργα και ανέλαβε υπεργολαβία το περίπτερο της Αυγής στο Φεστιβάλ, δηλώνοντάς το ως παρεκκλήσι για να γλιτώσει τον ΕΝΦΙΑ. Αγαπημένη του ατάκα, το “Ξέρεις από ΕΣΠΑ;”. Γυρνά κάνοντας παράπονα σε υπουργούς για την απορρόφηση του τρέχοντος κοινοτικού προγράμματος χρηματοδότησης που έχει φτάσει μόλις στο 99,8%.


7. Οι 53+

Οι 53+ είναι περίπου 20-. Εντάξει, ούτε οι τρεις σωματοφύλακες ήταν όσοι ισχυρίζονταν ο Αλέξανδρος Δουμάς. Κάνουν τις χρεώσεις στο Φεστιβάλ, γιατί δεν είναι “τίποτα ξεπουλητάρια σαν τους άλλους που ψηφίζουν τα Μνημόνια κι έχουν αστικοποιηθεί”. Πιέζουν για να εφαρμοστεί το παράλληλο πρόγραμμα. Που το εξειδίκευσαν στο πλαίσιο του φεστιβάλ στην πρόταση να παίζει παράλληλα με τον Μαργαρίτη (που θα έπαιζε αν δεν έβρεχε) και οι Gadjo Dillo, για να μην τους πουν και σκυλάδες. Ζητούν τεστ DNA για την πατρότητα του προγράμματος, γιατί όπως λέει και ο εκ των στελεχών της τάσης Χρήστος Καραγιαννίδης “Παιδιά να οργανωθούμε, έχω εισηγηθεί ένα και έχω ψηφίσει άλλο ένα”. Δηλαδή, δύο περισσότερα από τον επόμενο κύριο.





8. Ο Φώτης Κουβέλης

Θυμάστε εκείνη την ταινία με το Μίμη τον Φωτόπουλο, που επιστρέφει από το θάνατο να δει την οικογένειά του, προσπαθεί να παρέμβει και κανείς δεν τον καταλαβαίνει – προφανώς γιατί είναι φάντασμα; “Ο ουρανοκατέβατος”. Ε, αυτό. Δεν τον χαιρετά κανείς. Δεν τον αναγνωρίζει κανείς. Σιγοτραγουδά την “Κόκκινη γραμμή” της Θεοδωρίδου, μήπως και πάει κανενός το μυαλό, αλλά δεν… Έχει πια απαγκιστρωθεί πλήρως από τη δημοσιότητα. Πλησιάζει παρέες-παρέες και τις ρωτά: “Μισθούς-συντάξεις, τα έκανα κουρέλι, ποιός είμαι;”. Διάολε, ούτε καρέκλα ελεύθερη να ξαποστάσει δεν μπορεί να βρει, σε ένα χώρο που και πολυσύχναστο, δεν τον λες. Πίνει ένα κουβά και φεύγει νωρίς μονολογώντας “Σταύρος Δήμας, γαμώ το ξεσταύρι μου, Σταύρος Δήμας”.

9. Ο περαστικός

Μένει στο Γουδή και κατεβάζει κάθε βράδυ τον σκύλο του για βόλτα στο πολυσύχναστο πάρκο. Φτάνοντας στην είσοδο, αναρωτιέται “που πήγαν όλοι;” βλέποντας τη νέκρα που επικρατεί. Κι όμως φώτα, τραπέζια, ποτά, μουσική μαρτυρούν ότι κάτι σημαντικό πρέπει να έχει συμβεί. Ούτε ψυχή ζώσα όμως για να του δώσει τις απαντήσεις που ζητά και ο σκύλος γαβγίζει, εμφανώς εκνευρισμένος. Φοβούμενος τα χειρότερα -ότι η περιοχή έχει χτυπηθεί από κάποιου τύπου Zombie Apocalypse– ανοίγει το βήμα του, επιστρέφοντας προς το σπίτι, ενώ το σκυλί συνεχίζει να γαυγίζει χωρίς σταματημό. Έχουν ένστικτο τα ζώα.

10. Ο εργάτης

Άνθρωποι να στήσουν εθελοντικά το φεστιβάλ δεν υπάρχουν -εδώ δεν υπάρχουν να το επισκεφθούν θα μου πείτε- οπότε το έργο ανέλαβε ιδιωτική εταιρεία. Ο εργάτης, ο μοναδικός που βρέθηκε στο φεστιβάλ Σπούτνικ, περιμένει καρτερικά να τελειώσει η -σεμνή το δίχως άλλο- τελετή, να πάει σπίτι του. Πίνει μια μπύρα που του κέρασαν από το μπαρ που έστηνε και συζητά με το νέο προϊστάμενο του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού, που του εξηγεί γιατί ο Ιβάν είναι τρομερός και πως ο Στάλιν δεν τρώγεται. Ο μισθός του μετακλητού όμως;

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Το ροκ κι ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Κάποιοι προτιμούν να βλέπουν την Αριστερά σαν ένα μεγάλο οικογενειακό δέντρο, με παρακλάδια και συγγενείς ομάδες, που έχουν κοινή ρίζα. Κάπως έτσι μπορείς να βάλεις στο ίδιο τσουβάλι το Μαρξ με το σημερινό SPD, αφού σε αυτό το κόμμα ανήκε κι ο Κάρολος, ή τον άνθρωπο με τον πίθηκο -εξάλλου συμπίπτει ένα μεγάλο κομμάτι του γενετικού μας υλικού. Κι αν κάποιοι μιλάνε για “το δέντρο που πληγώναμε”, υπάρχει κι η οπτική που λέει πως θέλει ένα καλό ξεκαθάρισμα από καταβολάδες, παραφυάδες και παρασιτικούς κισσούς που το λυμαίνονται.

Η μουσική έχει παρόμοιους ειδολογικούς διαχωρισμούς και προσφέρεται για μια σειρά συνειρμούς. Πχ αυτούς που ακούνε τα πάντα και μοιάζουν με όσους δεν ανήκουν συγκεκριμένα σε κάποιο χώρο, δε θέλουν ταμπέλες-κουτάκια κι είναι επιρρεπείς σε έναν ιδεολογικό αχταρμά, από τον οποίο θα επιλέξουν μόνο τα άξια και συνετά πρόσωπα, που βρίσκονται σε όλους τους χώρους, σε όλα τα μουσικά είδη, σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά. Αυτούς που του λένε καλύτερα, τέλος πάντων.
Αλλά πώς καταλήγουν κάθε φορά, με κάποιον τρόπο, να πηγαίνουν με τα πολιτικά και μουσικά σουξεδάκια του συρμού…


Το ζήτημα είναι να είσαι σταθερός σα βράχος -που διαβρώνεται ενίοτε, αλλά δε λυγάει ποτέ- σις απόψεις σου, σαν τον Ντιμιτρόφ μπροστά στους δικαστές του (βράχος γρανίτινος στέκει ορθός) και τον ροκά -εκ του rock (=βράχου). Κι ο νοσταλγός του ροκ-εν-ρολ, που λέει ο Γιοκαρίνης, παραπέμπει στο μαζικό κύμα της Ostalgie για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε.


Ναι αλλά ήταν ο Γιοκαρίνης ροκάς; Ήταν σοσιαλισμός αυτό που είχε η Σοβιετική Ένωση κι οι άλλες ΛΔ; Είναι νομοτέλεια να ξεπουλιούνται οι επαναστάσεις, σαν τα ροκ συγκροτήματα μετά τους πρώτους δίσκους τους που συγκλόνισαν τον κόσμο; Ως πότε θα είμαστε κολλημένοι στις παλιές, αθάνατες επιτυχίες, που τρέφουν ακόμα το παρόν μας; Γιατί δε γραφεται σήμερα ποιοτική, επαναστατική μουσική του μέλλοντός μας; Δεν πρέπει να σκύψουμε σε αυτά τα ερωτήματα και τις αιτίες της υποχώρησης;

Η κλασική ροκ είναι σαν τους κλασικούς του μαρξισμού. Χρειάζεται επικαιροποίηση στην εποχή μας, αλλά παραμένει αξεπέραστη, η καλύτερη μουσική που γράφτηκε ποτέ. Και τα πρωτοπόρα συγκροτήματα ήταν μπροστά από την εποχή τους, ακριβώς γιατί την εξέφραζαν κι είχαν συλλάβει το πνεύμα της, όπως οι μεγάλοι διανοητές-επαναστάτες της οργανωμένης πρωτοπορίας.

Η παρακμή τους οδήγησε στον εκφυλισμό και τη στροφή σε ρεφορμιστικές, αγοραίες λύσεις, με AOR κι ασυγχώρητες παραχωρήσεις στην ποπ κι άλλα είδη, που επιχειρούσαν πάντως να λύσουν υπαρκτά προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και του μουσικού εποικοδομήματος.

Οι σκληροπυρηνικοί χεβιμεταλάδες θεωρούν ρεφόρμες όλους τους άλλους, που μολύνουν τη θεωρία, την πρακτική, τη μουσική και ιδεολογική τους καθαρότητα, με πλήκτρα, συνθεσάιζερ, ραπάρισμα, νέους ήχος και τέτοιες φλωριές. Αλλά όσο πιο “καθαροί” γίνονται, τόσο σε πιο περιθωριακές πολιτικές γκρούπες και μουσικά γκρουπ καταλήγουν -που δεν τα ξέρει ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους- και για αυτό δεν πρόκειται να αλλάξουν τον κόσμο -όπως δεν τον άλλαξαν κι οι Πασόκοι που τους έμαθε ο θυρωρός τους, εξαιτίας του Ανδρέα.


Οι επικριτές λένε πως τα πράγματα και η μουσική εξελίσσεται, αλλά αυτό δε γίνεται πάντα προς το καλύτερο, όπως αποδεικνύει το πισωγύρισμα της αντεπανάστασης κι η πλήρης επικράτηση της μουσικής βιομηχανίας -που αυτή σκοτώνει τη μουσική, όχι η πειρατία και το δωρεάν κατέβασμα τραγουδιών κι αρχείων από το διαδίκτυο, που το ‘χαν παρομοιάσει με τος σατανάδες τους μπολσεβίκους…


Η έννοια ροκ όμως έχει ξεχειλώσει, σαν την έννοια της αριστεράς, για να χωρέσει τους πάντες, όταν ήταν μόδα, και τώρα χρειάζεται συμπληρωματικές διευκρινίσεις δίπλα στους αυτοπροσδιορισμούς (ό,τι δηλώσεις είσαι) για το gendre και του μουσικό είδος.

Ενώ κάποιοι ακούν τον όρο “ελληνικό ροκ”, χαμογελάνε ειρωνικά κι αμφιβάλλουν αν υπήρξε ποτέ, σε αντίθεση με την ελληνική πολιτική ιδιαιτερότητα, που κάνει πολλούς να πιστεύουν πως ζούμε σε μια σοβιετική χώρα -την τελευταία της Ευρώπης και του κόσμου ίσως.

Σήμερα, αναρωτιέται κανείς τι έχει μείνει από τα μοντέρνα αριστουργήματα του εικοστού αιώνα, το σοσιαλισμό και το ροκ, γιατί οι πιο πολλοί -κατ’ όνομα- ροκομεταλλάδες και πολλά ΚΚ δεν έχουν τη χάρη κι είναι σχεδόν αντιδραστικά.

Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι, θα γίνω σε λίγο εκατό χρονών…
Αλλά είμαστε ακόμα ζωντανοί, σα ροκ συγκρότημα, παρά την αντεπανάσταση.

Ο κομμουνισμός και το ροκ είναι η νιότη του κόσμου.
Κι η αλήθεια είναι στο Μαρξ και -δευτερευόντως- στους Σεξ Πίστολς. Γκέγκε;

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας

(των Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ)

Σήμερα η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα σοβιετικής σάτιρας. Τη μετάφραση την βρήκε στο ιστολόγιο γνωστού υποστηρικτή της μνημονιακής κυβέρνησης, με μια μάλλον κακόπιστη αναφορά (μου φάνηκε να υστερεί) στο αφιέρωμα της Κατιούσα στην Οχτωβριανή Επανάσταση και ειδικότερα σε μια ανάρτηση που αναφερόταν στη σοβιετική σάτιρα. Και την θεωρώ μάλλον κακόπιστη, με την έννοια πως στην Κατιούσα ποτέ δε γράψαμε πως κάναμε κάποια συνολική ή εξαντλητική αναφορά στη σοβιετική σάτιρα. Κι επειδή στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνονται πολλά σχόλια, όπως το υπ' αριθμόν 88, που λέει πως χρησιμοποιήσαμε στοιχεία της εφημερίδας του Ραχόι (της Ελ Παΐς), για να δείξουμε ποιος στηρίζει την ανεξαρτησία στην Καταλονία, κι ας αναφέρουμε στη δεύτερη κιόλας παράγραφο πως η έρευνα διενεργήθηκε από καταλανικό ινστιτούτο.

Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω μικρή σημασία έχουν κι αναφέρονται απλώς παρεμπιπτόντως. Αυτό που έχει σημασία αντιθέτως είναι το ζουμί, δηλαδή το σατιρικό διήγημα των Ιλφ και Πετρόφ, που δημοσιεύτηκε πιθανότατα στην Πράβδα -όπως προκύπτει από σχόλια της ίδιας ανάρτησης- και αν μη τι άλλο καταρρίπτει σε μεγάλο βαθμό το εύκολο δυτικό στερεότυπο, για τους Σοβιετικούς που δεν μπορούσαν να εκφραστούν ελεύθερα και να κριτικάρουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας τους και του κράτους τους. Καλή ανάγνωση.



Η συντακτική επιτροπή του δεκαπενθήμερου εικονογραφημένου περιοδικού Ο κόσμος της περιπέτειας παραπονιόταν για έλλειψη λογοτεχνικής ύλης. Έλειπαν τα λογοτεχνήματα που θα τραβούσαν και θα διατηρούσαν την προσοχή των νεαρών αναγνωστών.

Τους έστελναν βέβαια πολλά χειρόγραφα, αλλά κανένα δεν ταίριαζε: παραήταν σοβαρά και βαρετά. Για να λέμε την αλήθεια, το πιθανότερο ήταν να προκαλέσουν κατάθλιψη στους νεαρούς αναγνώστες αντί να τους συναρπάσουν. Ο αρχισυντάκτης όμως ήθελε να συναρπάσει το κοινό του.

Τελικά, αποφάσισαν να παραγγείλουν ένα μυθιστόρημα που θα το δημοσίευαν σε συνέχειες.

Ένας κλητήρας έτρεξε να ειδοποιήσει τον συγγραφέα Μολδαβάντσεφ, και την επόμενη μέρα ο Μολδαβάντσεφ καθόταν στον άνετο καναπέ στο γραφείο του αρχισυντάκτη.

— Καταλαβαίνετε, είπε με έμφαση ο αρχισυντάκτης, θέλουμε κάτι φρέσκο, ζωντανό, που να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με συναρπαστικές περιπέτειες. Θα θέλαμε, με δυο λόγια, έναν σοβιετικό Ροβινσώνα Κρούσο. Θέλουμε μια ιστορία που ο αναγνώστης να μη μπορεί να την αφήσει πριν την τελειώσει.

— Ροβινσώνα Κρούσο; Ναι, γίνεται, απάντησε λακωνικά ο συγγραφέας.

— Αλλά όχι έναν οποιονδήποτε Ροβινσώνα –έναν σοβιετικό Ροβινσώνα.

— Μα φυσικά! Ένας Ρουμάνος Ροβινσώνας δεν θα ταίριαζε.

Ο συγγραφέας δεν σπαταλούσε τα λόγια του. Φαινόταν με την πρώτη ματιά πως ήταν άνθρωπος της δράσης.

Και πράγματι, ετοίμασε το μυθιστόρημα ακριβώς σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Ο Μολδαβάντσεφ δεν ξέφυγε πολύ από το διάσημο πρωτότυπό του. Στο κάτω κάτω, ο Ροβινσώνας είναι Ροβινσώνας.

Λοιπόν, ένας σοβιετικός νέος ναυαγεί. Ένα κύμα τον ρίχνει σε ένα έρημο νησί. Βρίσκεται μόνος, ανυπεράσπιστος, απέναντι στην παντοδύναμη φύση. Κάθε λογής κίνδυνοι τον περιτριγυρίζουν: άγρια ζώα, πυκνή βλάστηση, οι μουσώνες που πλησιάζουν. Αλλά ο σοβιετικός μας Ροβινσώνας, γεμάτος ζήλο και ενέργεια, ξεπερνάει όλους τους κινδύνους, ακόμα κι όσους μοιάζουν ανυπέρβλητοι. Κι ύστερα από τρία χρόνια, μια σοβιετική εξερευνητική αποστολή τον βρίσκει να χαίρει άκρας υγείας. Έχει δαμάσει τη φύση, έχει χτίσει μια καλύβα, με παρτέρια ολόγυρα, εκτρέφει κουνέλια, έχει ράψει μια μπλούζα τύπου Τολστόι από τις ουρές των πιθήκων κι έχει διδάξει έναν παπαγάλο να τον ξυπνάει κάθε πρωί με το παράγγελμα: «Προσοχή! Πέταξε το πάπλωμα! Πέταξε το πάπλωμα! Ώρα για την πρωινή γυμναστική!»

— Πολύ καλό! αναφώνησε ο αρχισυντάκτης. Αυτό με τα κουνέλια είναι τέλειο, απολύτως επίκαιρο. Ξέρετε, όμως, δεν καταλαβαίνω πολύ καλά ποιο είναι το κεντρικό θέμα του έργου σας.

— Ο αγώνας του ανθρώπου κόντρα στη φύση, απάντησε ο Μολδαβάντσεφ με τη συνηθισμένη του λακωνικότητα.

— Ναι, αλλά δεν βλέπω κάτι που να είναι ειδικά σοβιετικό.

— Αλλά ο παπαγάλος; Αντικαθιστά το ραδιόφωνό μας –ένας τέλειος εκφωνητής.

— Ναι, ο παπαγάλος είναι καλή ιδέα. Κι αυτό με τα παρτέρια, πολύ καλό. Αλλά στο έργο σας δεν υπάρχει η αίσθηση της σοβιετικής κοινωνίας. Πού είναι, αίφνης, η τοπική επιτροπή; Πού αναδείχνεται ο καθοδηγητικός ρόλος των συνδικάτων μας;

Ο Μολδαβάντσεφ ξαφνικά ζωντάνεψε. Μόλις διαισθάνθηκε ότι το μυθιστόρημά του μπορεί να μη γίνει δεκτό, η επιφυλακτικότητά του έδωσε τη θέση της στην ευγλωττία.

— Μα, τι σχέση έχει η τοπική επιτροπή; Αφού το νησί είναι ακατοίκητο!

— Ναι, έχετε δίκιο. Είναι ακατοίκητο. Πρέπει όμως να υπάρχει μια τοπική επιτροπή των συνδικάτων. Εγώ δεν είμαι βέβαια λογοτέχνης, αλλά στη θέση σας θα έβαζα την επιτροπή. Είναι κάτι το σοβιετικό, καταλαβαίνετε.

— Μα, είπαμε ότι όλο το μυθιστόρημα στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι το νησί είναι ακατ….

Τη στιγμή εκείνη, ο Μολδαβάντσεφ έτυχε να κοιτάξει κατάματα τον αρχισυντάκτη. Η φράση του έμεινε μισή. Τα μάτια εκείνα έλαμπαν με μια τέτοια κενή αθωότητα, με εκείνο το άδειο γαλάζιο του πρωινού μαρτιάτικου ουρανού, που ο Μολδαβάντσεφ αποφάσισε αμέσως να συμβιβαστεί.

— Φυσικά, έχετε δίκιο, είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Μα βέβαια, πώς δεν το σκέφτηκα αμέσως; Από το ναυάγιο σώζονται δύο άνθρωποι: ο Ροβινσώνας μας και ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής των συνδικάτων.

— Και δυο εξωκομματικοί, πρόσθεσε ψυχρά ο αρχισυντάκτης.

— Όι, αναφώνησε ο Μολδαβάντσεφ.

— Δεν θέλω «Όι». Δυο εξωκομματικοί και μια κοπέλα, δραστήριο κομματικό μέλος, που θα εισπράττει τις συνδρομές.

— Μα γιατί να βάλουμε και την εισπρακτόρισσα; Ποιανού συνδρομές θα εισπράττει;

— Του Ροβινσώνα, φυσικά.

— Μα, θα μπορούσε ο Πρόεδρος να εισπράττει τη συνδρομή του Ροβινσώνα. Τι θα πάθει;

— Κάνετε λάθος, σύντροφε Μολδαβάντσεφ, μεγάλο λάθος. Κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανεπίτρεπτο. Ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής δεν πρέπει να χάνει τον καιρό του με ασήμαντες λεπτομέρειες και να τρέχει αριστερά δεξιά να μαζεύει τις συνδρομές των μελών. Είμαστε αντίθετοι σε κάτι τέτοιο. Πρέπει να αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στα σοβαρά ηγετικά του καθήκοντα.

— Ωραία, να βάλουμε και την εισπρακτόρισσα, υποχώρησε ο Μολδαβάντσεφ. Καλύτερα έτσι, θα έλεγα. Θα παντρευτεί τον πρόεδρο –ή ακόμα και τον Ροβινσώνα. Αυτό θα μας έδινε γουστόζικα επεισόδια.

— Δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Μην ξεπέσουμε σε φτηνή χυδαιότητα ή σε νοσηρό ερωτισμό. Αρκεί να εισπράττει τις συνδρομές των μελών και να τις κρατάει σε ένα αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο.

Ο Μολδαβάντσεφ μετατοπίστηκε νευρικά πάνω στον καναπέ.

— Συγγνώμη, αλλά πώς θέλετε να βρεθεί αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο σ’ ένα ακατοίκητο νησί;

Ο αρχισυντάκτης έμεινε για λίγο σκεφτικός.

— Μισό λεπτό, αναφώνησε. Στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος έχετε μια πολύ ωραία σκηνή. Εκτός από τον Ροβινσώνα και τα μέλη της τοπικής επιτροπής των συνδικάτων, το κύμα ρίχνει στην ακρογιαλιά και διάφορα αντικείμενα…

— Ένα τσεκούρι, ένα ντουφέκι, έναν διαβήτη, ένα βαρελάκι ρούμι κι ένα μπουκαλάκι με αντισκορβουτικό φάρμακο, απαρίθμησε θριαμβικά ο συγγραφέας.

— Το ρούμι ξεχάστε το, τον έκοψε ο αρχισυντάκτης. Και τι είναι πάλι αυτό το αντισκορβουτικό; Τι το χρειαζόμαστε; Καλύτερα βάλτε ένα μπουκαλάκι μελάνι. Και βέβαια, ένα αλεξίπυρο χρηματοκιβώτιο.

— Μα γιατί στην ευχή χρηματοκιβώτιο; Οι συνδρομές των μελών της τοπικής συνδικαλιστικής επιτροπής θα μπορούσαν μια χαρά να φυλάγονται στην κουφάλα ενός κοκοφοίνικα. Ποιος θα τις κλέψει;

— Ποιος; Γιατί όχι ο Ροβινσώνας; Ή ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής; Ή οι εξωκομματικοί; Ή και τα μέλη της επιτροπής;

— Επέζησαν και τα άλλα μέλη της επιτροπής από το ναυάγιο; ρώτησε με αγωνία ο Μολδαβάντσεφ.

— Ναι, κι αυτά.

Ακολούθησε σιωπή.

— Μήπως να βάλουμε το κύμα να ξεβράζει στην ξηρά κι ένα τραπέζι, για τις συνεδριάσεις της επιτροπής; ρώτησε με σαρκασμό ο συγγραφέας.

— Ο-πωσ-δή-πο-τε! Οι κατάλληλες συνθήκες εργασίας είναι απαραίτητες. Γιά να δούμε, χρειάζεται ακόμα μια καράφα νερό, ένα κουδούνι κι ένα τραπεζομάντηλο. Το τραπεζομάντηλο μπορεί να είναι όποιο χρώμα θέλετε, κόκκινο ή πράσινο. Δεν θέλω να επέμβω στη δημιουργική δουλειά σας. Αλλά, αγαπητέ μου, πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να δώσουμε στον αναγνώστη μια εικόνα από τις μάζες, τα πλατιά στρώματα του εργαζόμενου λαού.

— Το κύμα δεν μπορεί να ρίξει στην ακτή μάζες, αντέτεινε ο Μολδαβάντσεφ. Αυτό πάει κόντρα στην πλοκή. Γιά φανταστείτε ένα κύμα που να ρίχνει στην ακτή καμιά δεκαριά χιλιάδες ανθρώπους –θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.

— Αυτό ακριβώς μας λείπει, λίγο υγιές, αισιόδοξο, ζωογόνο γέλιο, τον έκοψε ο αρχισυντάκτης.

— Μα δεν γίνεται ένα κύμα να κάνει τέτοιο πράγμα.

— Κύμα; Και γιατί να είναι κύμα; ρώτησε έκπληκτος ο αρχισυντάκτης.

— Πώς αλλιώς θα βρεθούν οι λαϊκές μάζες στο νησί; Δεν είναι ακατοίκητο;

— Ποιος σας είπε πως είναι ακατοίκητο; Με μπερδέψατε. Α, να το ξεκαθαρίσουμε. Υπάρχει ένα νησί –ή, καλύτερα, μια χερσόνησος, είναι πιο σίγουρα έτσι. Και συμβαίνουν μια σειρά από διασκεδαστικές, πρωτότυπες, συναρπαστικές περιπέτειες. Οργανώνεται η δουλειά των συνδικάτων, αλλά υπάρχουν πολλές αδυναμίες. Η κοπέλα, το κομματικό μέλος, αποκαλύπτει μερικά ελαττώματα –ας πούμε σε σχέση με την είσπραξη των συνδρομών. Οι εργατικές μάζες τη στηρίζουν. Το ίδιο και ο πρόεδρος, που μετανιώνει για τα λάθη του. Προς το τέλος του μυθιστορήματος μπορείτε να βάλετε μια γενική συνέλευση. Θα είναι πολύ αποτελεσματική, εννοώ από λογοτεχνική άποψη. Αυτό ήταν –τελειώσατε.

— Και ο Ροβινσώνας; τραύλισε ο Μολδαβάντσεφ.

— Χμ, ναι. Καλά που μου τον θυμίσατε. Δεν μου αρέσει και πολύ αυτός ο Ροβινσώνας. Καλύτερα βγάλτε τον εντελώς. Παράξενος χαρακτήρας, απροσάρμοστος, κλαψιάρης πεσιμιστής.

— Κατάλαβα το πνεύμα σας, είπε πένθιμα ο Μολδαβάντσεφ. Αύριο θα έχετε το μυθιστόρημα.

— Ωραία λοιπόν. Πηγαίνετε σπίτι σας και δημιουργήστε. Απροπό, στην αρχή του μυθιστορήματος έχετε βάλει ένα ναυάγιο. Δεν το βγάζετε καλύτερα; Χωρίς ναυάγιο θα είναι πιο συναρπαστική η ιστορία. Σύμφωνοι; Πολύ ωραία, καλή σας μέρα.

Όταν βρέθηκε μόνος του, ο αρχισυντάκτης χαμογέλασε ικανοποιημένος.

— Επιτέλους, αναφώνησε, επιτέλους θα έχουμε μια συναρπαστική περιπέτεια –κι ένα γνήσιο λογοτεχνικό έργο.

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Καταλονία - Η επόμενη μέρα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για την επόμενη μέρα, αν δεν έχει χωνέψει την προηγούμενη. Κι αυτή αφήνει πολλά ανοιχτά ερωτήματα και ορισμένα σημεία που δεν είναι εύκολο να ερμηνευτούν ή να μετρηθούν με το χτεσινό αποτέλεσμα που ανακοίνωσαν οι καταλανικές αρχές για το δημοψήφισμα: περισσότερες από 2 εκατομμύρια ψήφοι, παρά το όργιο καταστολής και τα αντικειμενικά εμπόδια, και ποσοστό πάνω από 90% υπέρ της ανεξαρτησίας. Αλλά η δυναμική των γεγονότων μοιάζει να ξεπερνά κατά πολύ τη φαντασία των πρωταγωνιστών τους.

Πριν από την κλιμακούμενη ένταση των τελευταίων ημερών, δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως θα επικρατούσε το “Ναι” -η θέση υπέρ της ανεξαρτησίας- στο δημοψήφισμα. Ακόμα κι αν επικρατούσε όμως, η ισπανική κυβέρνηση δεν ήταν υποχρεωμένη να το αναγνωρίσει και να το λάβει υπόψη της. Σε κάθε περίπτωση, όσο και αν ξετυλιγόταν αυτό το κουβάρι, πολύ δύσκολα θα οδηγούσε τα πράγματα ως το τέλος και την απόσχιση της Καταλονίας από το ισπανικό κράτος.

Το πιο πιθανό είναι πως οι καταλανικές αρχές χρησιμοποιούσαν το δημοψήφισμα, για να διεκδικήσουν καλύτερες θέσεις και περισσότερη οικονομική αυτονομία. Ακολουθούσαν δηλαδή τακτική ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκοντας να πουλήσουν στην καλύτερη δυνατή τιμή, για το καλύτερο δυνατό αντάλλαγμα την ψήφο των Καταλανών. Όχι, οι independistas -δηλ οι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας- δεν είναι επαναστάτες, όσο κι αν οργίαζε το φαντασιακό πολλών χώρων με το ιστορικό φορτίο της Βαρκελώνης. Αλλά οι αντίπαλοί τους είναι φασίστες, νοσταλγοί του Φράνκο, όπως δείχνουν οι σωβινιστικές συγκεντρώσεις στην υπόλοιπη Ισπανία και το όργιο καταστολής τη μέρα του δημοψηφίσματος.

Τώρα τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά και φαίνεται να απομακρύνουν -ή να δυσκολεύουν προς το παρόν- το ενδεχόμενο ενός συμβιβασμού. Οι αρχές της Καταλονίας προανήγγειλαν τη μονομερή διακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Από την άλλη ο Ραχόι έριξε λάδι στη φωτιά, λέγοντας πως δεν είδε κανένα απολύτως δημοψήφισμα χτες. Συνεπώς έστειλε τις αστυνομικές δυνάμεις να καταστείλουν κάτι που δεν υπήρχε…

Η ισπανική κυβέρνηση επιχείρησε μια επίδειξη δύναμης -όση τέτοια μπορεί να κρύβουν οι εικόνες της αστυνομίας να χτυπάει στο ψαχνό το άοπλο πλήθος, να κλέβει κάλπες σαν τους αναρχικούς της Ελλάδας στις φοιτητικές εκλογές και να μπλέκει σε σκηνές που θυμίζουν τη “Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή”.


Μια αχρείαστη επίδειξη δύναμης, που τσαλάκωσε ανεπανόρθωτα το προφίλ του Ραχόι και φαίνεται να πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο απ’ το αποτέλεσμα που επιδίωκε, συσπειρώνοντας όσο ποτέ τους Καταλανούς. Εκτός κι αν ήταν μια μελετημένη, υπολογισμένη κίνηση πρόκλησης χάους, εν είδει αυτοεκπληρούμενης προφητείας, όπου ο ίδιος θα φάνταζε ως η μόνη σώφρων λύση, φάρος λογικής και σταθερότητας. Είναι τόσο ανόητο που μοιάζει τελικά σχεδόν μεγαλοφυές…

Η επόμενη μέρα βρίσκει ενισχυμένους και κυρίαρχους τους εκατέρωθεν εθνικισμούς, σε ένα εκρηκτικό μίγμα, που είχε πολλά χρόνια να απασχολήσει τη Δυτική Ευρώπη και φαίνεται να την ξαναγυρνάει στην εποχή των Αψβούργων και των Βουρβόνων, που τα βασίλεια σφάζονταν μεταξύ τους, για να επιβάλουν την κυριαρχία τους στα υπόλοιπα…

Όσο οξυμένες κι αν είναι οι αντιθέσεις κι η ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της Ισπανίας, δεν ήταν εύκολο να προβλέψει κανείς την τροπή των γεγονότων και τη σφοδρότητα με την οποία εκδηλώθηκαν. Ακριβώς αυτή η άγρια καταστολή όμως, με τις πλαστικές σφαίρες και τους εκατοντάδες τραυματίες, με τους αστυνομικούς να δείχνουν ότι είναι παντού ίδιοι και πως η ηλιθιότητά τους δεν έχει σύνορα ούτε πατρίδα -περίπου όπως οι προλετάριοι- είναι που δίνει ευρύτερες διαστάσεις σε αυτήν την ενδοαστική διαμάχη. Όπως σημειώνει και το ΚΚΛΙ στην ανακοίνωσή του, η κρατική καταστολή θα γυρίσει -αργά ή γρήγορα- στις εργατικές και λαϊκές οργανώσεις, το μόνο πραγματικό φορέα των κοινωνικών μετασχηματισμών.

Η επόμενη μέρα περιλαμβάνει γενική απεργία, την Τρίτη 3 Οκτώβρη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την πρωτοφανή καταστολή του ισπανικού κράτους. Κι αυτό μπορεί να μην είναι πανάκεια, αλλά προβάλλει ως ένα σοβαρό αντίδοτο από εργατική ταξική σκοπιά, ενάντια στον ανερχόμενο εθνικισμό και τη διαχείριση του ζητήματος από τις αστικές κυβερνήσεις.

Διαβάστε επίσης: Ήταν κάποτε κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος...

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Περί σεξουαλικής επανάστασης

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Δε θυμάμαι σε ποιο βιβλίο του Μίσσιου ήταν. Τα βιβλία του έχουν το γενικό χαρακτηριστικό πως μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, σαν κεφάλαια ενός ευρύτερου βιβλίου, αλλά έχουν φθίνουσα πορεία. Όχι απαραίτητα από το κακό στο χειρότερο, αλλά σα να είπε ό,τι ενδιαφέρον είχε να μας πει εξ αρχής και μετά να τα ανακυκλώνει. Γι’ αυτό και πολλοί ξέρουν πχ μόνο το πρώτο βιβλίο (“καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς”) ή τα τρία πρώτα κι αγνοούν τα τελευταία. Ενώ το “ντομάτα με γεύση μπανάνας” πχ, που πρέπει να είναι το τελευταίο του, είναι μάλλον ανέμπνευστο, με αφορμή κάτι που θα μπορούσε ίσως να γίνει άρθρο, αλλά όχι βιβλίο.

Πρέπει να ήταν λοιπόν στα “κεραμίδια στάζουν”, αλλά μπορεί και όχι, που λέει ο Μίσσιος πως το ΕΑΜ -που είχε γενέθλια προχτές- κέρδισε τον κόσμο γιατί πρόβαλε ως όραμα όχι την κοινωνική ή την εθνική αλλά τη σεξουαλική απελευθέρωση. Κι έχασε ξανά τις λαϊκές μάζες, όταν πρόδωσε αυτό το όραμα και τις απογοήτευσε.

Εδώ θα χωρούσε εμβόλιμα μια παράγραφος για το… “νέο ΕΑΜ” που ενσάρκωνε διακηρυκτικά ο ΣΥΡΙΖΑ και μπορεί να μην έχει κάνει τίποτα απολύτως για την κοινωνική χειραφέτηση -ή ακόμα και για την εθνική απελευθέρωση, για όσους πιστεύουν πως είμαστε υποδουλωμένοι ως έθνος στους δανειστές- αλλά κρατάει τη σημαία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της κατάργησης των χρόνιων διακρίσεων που αφορούν τις έμφυλες σχέσεις και το σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό του καθενός.

Δεν ξέρω τι θα ψήφιζε σήμερα ο Μίσσιος, που στο τέλος της ζωής του, με βάση όσα έγραφε, έμοιαζε με αναρχικό οικολόγο, κι αν θα πίστευε πως ο λαός έβγαλε το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, γιατί τον συσπείρωσε το όραμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης -αν και έχω την εντύπωση πως τα τελευταία του έργα άρχισαν να χάνουν σε έμπνευση, ακριβώς εξαιτίας της διάψευσης των προσδοκιών που είχε βασίσει σε αυτό το κομμάτι.

Αφενός όμως η μοναδική ελευθερία που ζει και βασιλεύει στις μέρες μας είναι αυτή του επιχειρηματία να εκμεταλλεύεται τους υπαλλήλους του, που θα μπορούσαμε να το θέσουμε και με σεξουαλικούς όρους: η αστική τάξη πηδάει -ενίοτε και κυριολεκτικά- την εργατική, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις. Και το ζητούμενο προφανώς δεν είναι να γίνει το πήδημα πιο γλυκό ή να χαλαρώσουμε και να το απολαύσουμε, όπως προτείνει η σοσιαλδημοκρατία, αλλά να το καταργήσουμε.

Αφετέρου, η πολυδιαφημιζόμενη σεξουαλική επανάσταση έχει οδηγήσει θεωρητικά στη χαλάρωση των περιορισμών κι ένα είδος απελευθέρωσης, που μυρίζει όμως σκλαβιά από μακριά και φέρει έντονα τα σημάδια της προηγούμενης κατάστασης, όπως ο λαιμός του σκύλου που φορούσε για χρόνια κολάρο. Οι προλετάριοι δεν έχουν παρά να χάσουνε τις αλυσίδες τους και να τις κάνουν χειροπέδες και σεξουαλικά φετίχ.

Αυτά δε λέγονται δασκαλίστικα με υψωμένο δάχτυλο και εν είδει επιβεβαίωσης, αλλά για να κρατήσουμε ένα βασικό και πολύτιμο δίδαγμα: η σεξουαλική επανάσταση επήρθε με αστικούς όρους και δεν ήταν καθόλου επαναστατική, εφόσον δε συνδέθηκε με μια πραγματική επανάσταση. Με άλλα λόγια, το σύστημα είναι τόσο δυνατό και ευέλικτο, που μπορεί να να απορροφά και να ενσωματώνει τάσεις και κινήματα, που φαίνεται να αμφισβητούν βασικές πτυχές και χαρακτηριστικά του, αλλά αφήνουν άθικτα τα θεμέλια της κυριαρχίας του.

Ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει τα πάντα και τα αντίθετά τους, να χρησιμοποιεί στο δικό του πλαίσιο και με τους δικούς του όρους το δίπολο “πουριτανισμός-απελευθέρωση” και να το παρουσιάζει ως πολυφωνία και ελευθερία επιλογής. Αλλά την ίδια στιγμή δεν αλλάζει στο παραμικρό τις σχέσεις των ανθρώπων, την αλλοτρίωση και την καταπίεση, την ιδιοκτησιακή λογική απέναντι στην -“απελευθερωμένη πλέον”- γυναίκα, που αντιμετωπίζεται ως σάρκα, αντικείμενο και σκεύος ηδονής. Αλλά αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστο -ή σε θέση ισχύος- το ανδρικό φύλο, που κρύει τις δικές του ανασφάλειες πίσω από το ρόλο του επιβήτορα.

Η σημερινή αστική κοινωνία είναι τόσο “απελευθερωμένη” από ταμπού, που το βασικό μέσο σεξουαλικής αγωγής-διαπαιδαγώγησης για τα παιδιά και τους εφήβους είναι το πορνογραφικό υλικό στο διαδίκτυο, μαζί με τα σεξιστικά πρότυπα που προωθούν. Οι διακρίσεις κι η ανισότητα έχουν “καταργηθεί” σε τέτοιο βαθμό, που οι γυναίκες πέφτουν σε καθημερινή βάση θύματα βιασμού, αλλά θεωρείται ότι συναινούν, ότι προκάλεσαν, το ήθελαν, ότι δεν πρέπει να ασκούν υπερβολικά το δικαίωμα της αυτοάμυνας, κοκ…

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το θάνατο του Χιου Χέφνερ κι όσα ειπώθηκαν σχετικά, το νομοσχέδιο για την αλλαγή φύλου, την επικοινωνιακή μπάλα που προσπαθεί να παίξει με το θέμα ο Σύριζα και τα έμμισθα τρολ του στο διαδίκτυο, με το απαραίτητο τσουβάλιασμα κομμουνιστών και φασιστών (γιατί αλλιώς τι ΠΑΣΟΚ είσαι;) και πολλές περιπτώσεις βιασμών με δικαστικές αποφάσεις που βγάζουν λάδι τους δράστες.

Κι αν χρειάζεται κάποιο επιμύθιο στο τέλος, δεν είναι να αναθεωρήσουμε τι εννοούμε προοδευτικό και συντηρητικό ή να αντιπαραθέσω τη σεξουαλική απελευθέρωση στην κοινωνική, αλλά να δούμε πώς μπαίνει συγκεκριμένα στην πράξη, πότε μπαίνει ως προκάλυμμα για να αποκρύψει κάτι άλλο και πώς μπορούμε να αποφύγουμε από τη δική μας πλευρά τον κίνδυνο της ενσωμάτωσης στο σύστημα, που τα αλέθει όλα, σαν τον καλό μύλο της αντίδρασης…

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Για τις Γερμανικές εκλογές

Σημειώματα που δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα (1 και 2)

Δηλαδή εσείς γνωρίζατε πως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ο καπιταλισμός βρίσκει «διέξοδο» στον πόλεμο και τον φασισμό και τους γεννά, όπως τα σύννεφα τη βροχή (παρεμπιπτόντως η συννεφιά δεν φέρνει πάντα καταιγίδα, αλλά καμία μπόρα δεν ξεσπά στο κενό, σε ανέφελο ουρανό, με λιακάδα).

Εσείς δηλαδή μπορούσατε να φανταστείτε πως υπάρχουν φασίστες σε μια χώρα που κλείνει τα σύνορά της στους πρόσφυγες και βλέπει την Ευρώπη σαν ήπειρο πολλών ταχυτήτων; Σε ένα κράτος που είχε θέσει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αξιοποίησε υψηλόβαθμα στελέχη των Ναζί σε θέσεις – κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό;

– Κάποιοι πέφτουν απ’ τα σύννεφα (που γεννάνε τη βροχή) όπως είχαν πέσει στη χώρα μας με τη Χρυσή Αυγή και τους όρους που έτρεφαν το αυγό του φιδιού. Αλλά βρήκαν την εξήγηση στην ύπαρξη της ΓΛΔ, 28 χρόνια μετά τη διάλυσή της (ή μάλλον προσάρτηση), γιατί – λέει – οι πρώην Ανατολικογερμανοί δεν είχαν συνηθίσει να ζουν και να συνυπάρχουν με άλλες εθνότητες (!) και ζούσαν για πολύ καιρό, κλεισμένοι σε μια προστατευτική γυάλα.
Παράλογο;… Δεν απαντά, συνεπώς λογικό.

Στα ελληνικά δεδομένα πάντως, η περίπτωση της AFD θυμίζει κάτι σαν αυτό που προσπάθησε να πετύχει ο Τζήμερος, συσπειρώνοντας πρώην χριστιανοδημοκράτες. Κι αποτελεί μια εκδοχή «σοβαρής Χρυσής Αυγής», σαν αυτή που είχε παραγγείλει – προαναγγείλει ένας μεγαλοδημοσιογράφος του ΣΚΑΪ. Αλλά δε θα είχε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους, αφενός γιατί αποτελεί μια αστική «σοβαρή» εκδοχή τους, αφετέρου γιατί ο δικός τους σωβινισμός θεωρεί τους Έλληνες έναν κατώτερο λαό, χωρίς τέχνη και πολιτισμό – σα να περιγράφει τους Χρυσαυγίτες.
– Σε κάθε περίπτωση, η ατζέντα της AFD μπορεί να καθορίσει την πολιτική της νέας «Τζαμαϊκανής κυβέρνησης – απ’ τα χρώματα των κυβερνητικών εταίρων. Σκληρά αντεργατικά μέτρα, συντηρητική πολιτική, κλειστά σύνορα για τους πρόσφυγες, και πίεση για μια πιο μικρή Ευρωπαϊκή Ένωση, με πιο σφιχτούς όρους και για ένα πιθανό GRexit.

Οι χριστιανοδημοκράτες παραδοσιακά καταπίνουν τους κυβερνητικούς τους εταίρους και τους καταδικάζουν σε εκλογική κατάρρευση, αφού οι ψηφοφόροι προτιμούν τους αυθεντικούς εκφραστές απ’ τα γενόσημα. Έτσι ακριβώς την πάτησαν και οι σοσιαλδημοκράτες του SPD, που περνάνε κρίση ταυτότητας και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό, αφού έπιασαν ιστορικό χαμηλό, με 20% μόλις. Μόνο που αυτή τη φορά, την ίδια πτωτική πορεία ακολούθησαν και οι χριστιανοδημοκράτες.

Ο μεγάλος συνασπισμός προκρίθηκε ως λύση συναίνεσης και διεξόδου απ’ την πολιτική κρίση, έφθειρε όμως και τους δυο πυλώνες του γερμανικού δικομματισμού, αναπαράγοντας σε μεγαλύτερη ένταση το πρόβλημα για το αστικό, πολιτικό σύστημα.

Το βασικό όμως είναι ότι λείπει η απάντηση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Ένα κομμουνιστικό κόμμα που να συσπειρώσει το γερμανικό λαό και να αξιοποιήσει τα προβλήματα και τις αντιθέσεις των αστικών κομμάτων. Όσο λείπει αυτή η εναλλακτική, θα βρίσκουν πάτημα και θα αξιοποιούν αυτό το κενό διάφορες Alternative – που κινούνται πάντα στα όρια του συστήματος που τις γεννάει, για να αναπαράγεται ανεμπόδιστα. Κι όπως έλεγε ο Μπρεχτ, 70 χρόνια πριν, δεν μπορούμε να πανηγυρίζουμε που σκοτώσαμε το κτήνος γιατί η σκύλα που το γέννησε ζει κι είναι πάλι σε οργασμό.


Η άνοδος της AfD, μιας ακόμα “εναλλακτικής” ως χρυσής εφεδρείας του συστήματος, πάτησε ως ένα βαθμό στην έλλειψη ουσιαστικής εναλλακτικής από εργατική, ταξική σκοπιά, και στην απουσία ενός ισχυρού κομμουνιστικού πόλου, που θα έδινε όραμα και προοπτική στις λαϊκές μάζες.

Αυτό εξηγεί εν μέρει και τα υψηλά ποσοστά της AfD στα κρατίδια της πρώην ΓΛΔ, όπου παραδοσιακά το κόμμα “die Linke” της Αριστεράς είχε σημαντική εκλογική καταγραφή, αξιοποιώντας και το μαζικό κύμα της Ostalgie, για το σοσιαλιστικό σύστημα. Με παρόμοιο τρόπο, η Χρυσή Αυγή στη χώρα μας βρήκε πάτημα για την εκλογική της άνοδο, σε πολλές λαϊκές-εργατικές συνοικίες, χωρίς προφανώς αυτό να τεκμηριώνει τη λογική των συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ των “δύο άκρων”, που επιχειρούν να περάσουν στη Γερμανία κάποιοι αστοί δημοσιολόγοι, για να καθαρίσουν με τις αιτίες του φαινομένου.

Το “die Linke” συμπληρώνει αυτό το διάστημα δέκα χρόνια ύπαρξης και λειτουργίας, μοιάζοντας να βουλιάζει στα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις του. Ένα μέρος της εκλογικής του βάσης στη DDR νοσταλγεί το σοσιαλιστικό παρελθόν και το εμποδίζει να εκδηλωθεί ανοιχτά εναντίον της, όπως θα ήθελαν πολλά στελέχη του, για να ξεκόψουν οριστικά από αυτήν την πολιτική παρακαταθήκη. Έτσι αρκείται σε μια διφορούμενη, αμυντική στάση απέναντι στον αντικομμουνισμό, μάλλον απρόθυμη παρά αποφασιστική.

Η “Αριστερά” -όπως μεταφράζεται το die Linke- έχει στραφεί στον “υπεύθυνο, κοινοβουλευτικό” της ρόλο, αφήνοντας χωρίς πολιτική έκφραση και καθοδήγηση τους κοινωνικούς κι απεργιακούς αγώνες που ξεσπάνε κατά καιρούς στη Γερμανία. Υποστηρίζει ένα πρόγραμμα μετριοπαθών, κεϊνσιανών μεταρρυθμίσεων, για προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, αυξήσεις μισθών και περισσότερες προσλήψεις στο δημόσιο –ακόμα και αστυνομικών!

Προσβλέπει σε μια κυβερνητική πρόταση τύπου Σύριζα, μολονότι αυτή έχει δείξει τα όριά της και το πολύ χαμηλό της ταβάνι, στην περίπτωση της Ελλάδας και του πολιτικού της συμμάχου. Καθώς και σε ένα κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας με τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες, που μέχρι τώρα ήταν οι κυβερνητικοί συνέταιροι της Μέρκελ και βοήθησαν τους Χριστιανοδημοκράτες να ψηφίσουν σκληρές αντεργατικές ρυθμίσεις, όπως το Hartz 4.

Εν κατακλείδι, στο κυνήγι μιας “καλής εκδοχής της σοσιαλδημοκρατίας”, το die Linke εξελίσσεται το ίδιο σε αυτό που επιδιώκει, και γίνεται ένα καθαρά σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, σε αναζήτηση συμμάχου και μια προοπτικής να υπουργοποιήσει μερικά στελέχη του, για να βολευτούν.

Στον αντίποδα, υπάρχει η πρώτη αυτόνομη εκλογική κάθοδος του DKP, του κομμουνιστικού κόμματος. Παρά το μικρό -και βασικά αμελητέο- εκλογικό ποσοστό που κατέγραψε, έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα που φαίνεται να κόβει τον ομφάλιο λώρο με το die Linke, κάτι που μένει να γίνει αποφασιστικά και σε πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο, ξεκαθαρίζοντας την κατάσταση στο εσωτερικό του κόμματος, όσον αφορά τη στρατηγική του στόχευση.

Αλλά αυτές οι διεργασίες βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση κι απαιτούν μια πολύ πιο προσεκτική ανάλυση, από αυτό το πρόχειρο σημείωμα, που βάζει απλώς μερικά βασικά σημεία.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Σα να μην πέρασε μια μέρα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα
Και για να μη σπάσει η παράδοση με τις φεστιβαλικές ανταποκρίσεις, θυμηθείτε επίσης
Το 1ο μέρος
Το 2ο μέρος
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της πρώτης μέρας
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της δεύτερης μέρας
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της τρίτης μέρας
Το ζεϊμπέκικο του ΓΓ
Τις δηλώσεις του Θ. Μικρούτσικου
Το ρεπορτάζ για το αφιέρωμα στο Λοΐζο
Αύριο θα έχει λογικά κείμενο αποτίμησης

-.-.-

Αν κάποιος θέλει να καταλάβει τι σημαίνει συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος και τη σχετικότητά του, το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή προσφέρεται για ταχύρρυθμα, εντατικά μαθήματα.

Εκεί βλέπεις τα 100 χρόνια από τις 10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο να συμπυκνώνονται σε ένα τριήμερο εκδηλώσεων και μια εντυπωσιακή έκθεση, που εκτός από τα στοιχεία της, ξεχώριζε και για το συμβολισμό της, με το κυκλικό της σχήμα, που κοβόταν από μια σφήνα, όπως στο κλασικό σοβιετικό σχέδιο.

Εκεί νιώθεις να μπαίνεις σε μια μηχανή του χρόνου, να (ξανα)ζείς τις συναυλίες και την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της Μεταπολίτευσης. Ή να γυρνάς στη δεκαετία του 50′, στο λεωφορείο του πηγαιμού, καθώς παστώνεσαι σε ένα ετερόκλιτο πλήθος από το οποίο λείπει μόνο η Αλίκη ως Πίπης και ένα γιαούρτι, για να την βγάλει ασπροπρόσωπη. Ή να επιστρέφεις στα παιδικά σου χρόνια και τις εποχές που δεν υπήρχαν κινητά για συνεννοήσεις. Κι αν κάποια εταιρία θέλει να καμαρώσει ότι “έχει σήμα, σήμα καμπάνα”, δε χρειάζεται να τρέχει ως την Κόπα-καμπάνα. Ας τα βάλει πρώτα με την πολυκοσμία της τρίτης ημέρας, όπου δεν πιάνεις σήμα ούτε με αίτηση, και το ξανασυζητάμε…

Κι ακολουθούν τα μαθήματα για το συμπυκνωμένο πολιτικό χώρο. Δως μου ένα μέρος να σταθώ και ένα κόμμα (νέου τύπου) σα μοχλό, και θα κινήσω τη γη (θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς). Άντε να το βρεις όμως κοντά στην κεντρική σκηνή, όπου γινόταν το αδιαχώρητο και το “κοντά” ήταν πολύ σχετικό και μπορεί να εξελιχθεί διαλεκτικά στο αντίθετό του. Πίσω από τα βιβλιοπωλεία της Σύγχρονης Εποχής, στο θεατράκι του Πολιτστικού, που δεν είχε οπτική επαφή με τη σκηνή, αλλά έφτανε ο ήχος, στους μικρούς λόφους στα όρια του χώρου, κι όπου μπορούσε να σταθεί κανείς.
Ίσως να γίναμε μάρτυρες της μεγαλύτερης προσέλευσης σε μία μοναδική μέρα, από τότε που το Φεστιβάλ μετακόμισε στο Πάρκο Τρίτση, όπου το “μάρτυρες” περιλαμβάνει και το “μαρτύριο της καρέκλας”, που -όπως λέει κι ο 2310net- δε θα σου έρθει από μόνη της, νέτη-σκέτη, αν δεν πάρεις κι εσύ μέτρα για αυτό. Υπήρχαν πολλές σχετικές ενδείξεις, από τις καρέκλες και το σήμα στα κινητά, μέχρι τα σουβλάκια που εξαντλήθηκαν στην κεντρική και τη μαθητική σκηνή. Ενώ οι διοργανωτές έκοψαν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια συνολικά μες στο τριήμερο, κάτι που σημαίνει πως το Σάββατο ο κόσμος ξεπέρασε σίγουρα τις 100 χιλιάδες.
Αλλά τι να ψηφίζουν όλοι αυτοί άραγε;

Συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος -συνεχίζοντας στον ίδιο τόνο- είναι ότι νιώθεις σα να μην πέρασε μια μέρα από την Πέμπτη που αδημονούσες να αρχίσει το Φεστιβάλ, κι ούτε που κατάλαβες πως πέρασαν τρεις κιόλας κι ανήκει πλέον στο παρελθόν. Πάει κι αυτό το Φεστιβάλ, κι ας καρτερούμε ένα άλλο -που θα είναι ακόμα καλύτερο. Αλλά κάθε μέρα του μετρούσε σα μήνας, και σε αφήνει γεμάτο, με μπόλικο υλικό για ηθική ανάταση κι αναμνήσεις.

Σα να μην πέρασε μια μέρα για τους κομμουνιστές, το κόμμα της εργατικής τάξης, τους λόγους που επέβαλαν τη δημιουργία του, την ανάγκη που περιμένει να γίνει ιστορία. Αρκεί να μη μας θρέφει μόνο αυτή, όπως κάτι σ/φους, οπαδούς της (Θ)Λίβερπουλ -όπως την είχε πει κι ο Τοτέμ- και να γειώνουμε την ανάγκη στην εποχή μας και την προοπτική του μέλλοντος. Κι αν προβάλλουμε την ιστορία μας, δεν είναι για να επαναπαυτούμε στις δάφνες των δοξασμένων στιγμών της, αλλά γιατί όπως έλεγε πολύ εύστοχα ένα σύνθημα του Φεστιβάλ:
Πυροβολούν το παρελθόν, για να σκοτώσουν το μέλλον.

Σα να μην πέρασε μια μέρα και για τη φωνή του Νταλάρα, που μπορεί να γέρασε ως προς τις ιδέες του ή να πιστεύει ότι πάλιωσαν αυτές, αλλά στη φωνή παραμένει αγέραστος -για να μην πω αξεπέραστος. Σα να μην πέρασε μια μέρα και για τη σχέση του με το κοινό, που τον υποδέχτηκε μουδιασμένο και του προξένησε αρχικά μια αμηχανία, που έφευγε όμως σταδιακά, όσο λύνονταν αμφότεροι, με φάρμακο τα τραγούδια του Λοΐζου. Θυμηθείτε την περιγραφή για το πρώτο Φεστιβάλ του Μίκη, και σκεφτείτε κάτι αντίστοιχο -σε μικρογραφία ασφαλώς.

Ο Νταλάρας έφτασε μάλιστα να προτρέψει το “σύντροφο Γραμματέα” να σηκωθεί και να χορέψει, και έδειχνε με νόημα τον κόσμο γύρω του, καθώς τραγουδούσε τους στίχους: “μα εκείνο δε λυγάει, κι όλο φυλλωσιές πετάει, γύρω του λαός κι εργάτες, το φυλάνε με τις βάρδιες”. Εκεί θα κολλούσε ίσως -και για τον Νταλάρα και για το Φώντα Λάδη που έγραψε τους στίχους- και η ταινία “το δέντρο που πληγώναμε”. Αλλά αυτό είχε βαθιές ρίζες στο λαό, και η σκιά του αιωρείται σα φάντασμα, σαν απειλή πάνω από το σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης.

Σε ένα χρόνο, σε ένα μήνα (θα σκεπάσει την Αθήνα). Σε μια δεκαετία, σε έναν αιώνα -από τις δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο. Ο πολιτικός χρόνος είναι σχετικός. Κι όσα δε φέρνει η ώρα, θα τα φέρει η στιγμή, αρκεί να μας βρει έτοιμους, στο ύψος της περίστασης.



Τους στίχους από το “Δέντρο” είχε χρησιμοποιήσει πιο πριν, στην κεντρική ομιλία, κι ο Κουτσούμπας για το Φεστιβάλ -που όλο φυλλωσιές πετάει. Μεταξύ άλλων, είπε για την τρίτη φορά (ή τρίτο γύρο όπως το λέμε συνήθως), μετά την Κομμούνα και τον κόκκινο Οκτώβρη, που θα είναι φαρμακερή για το σύστημα. Για τον Τσίπρα, που κάνει για την αστική τάξη ό,τι και ένας πλασιέ, για να πιάσει το bonus. Για την καπιταλιστική ανάπτυξη, που σημαίνει να καίγεται όλη η Ελλάδα, να πνίγονται οι λαϊκές συνοικίες σε κάθε μπόρα, και να προσευχόμαστε να μη γίνει κανένας δυνατός σεισμός. Για τους νέους που δεν τρώνε κουτόχορτο και “τα παίρνουν στο κεφάλι” (δηλαδή στο κρανίο). Για την Οχτωβριανή και τη Σοβιετική Ένωση, που ήταν το “τιμώμενο πρόσωπο” του Φεστιβάλ. Για τον Παύλο Φύσσα κι έναν άλλο πασίγνωστο στίχο του Φώντα Λάδη -που ανέβηκε κι αυτός αργότερα στη σκηνή, για το Λοΐζο: το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον.

Για την Παλαιστίνη, την Κούβα, το Βιετνάμ, τη Βενεζουέλα και τις 30 κομμουνιστικές νεολαίες κι άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές οργανώσεις, που ήρθαν στο φετινό Φεστιβάλ. Και για τον αντικομμουνισμό της ηλιθιότητας -που το είχε πρωτοπεί για την Καϊλή, αλλά ταιριάζει σε αρκετές περιπτώσεις.

Ακολούθησε η συναυλία-αφιέρωμα στο Λοΐζο, που χωρίς ίχνος υπερβολής ή διάθεση απολογητικής ήταν κορυφαία, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να παρουσιάσει η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή από κάθε άποψη: στίχοι, κομμάτια, ερμηνευτές, μηνύματα. Ένα εκπληκτικό μουσικό ταξίδι, που απογείωσε για δύο ώρες χιλιάδες κόσμου, ζωντάνεψε μνήμες, αλλά πρωτίστως μίλησε για το σήμερα και το αύριο, για τις διαχρονικές ανάγκες και αγωνίες του λαού μας, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και υπερεκτιμημένους τροβαδούρους της ήττας.

Εκτός κι αν γνωρίζει κάποιος τραγούδι που να κάνει στίχο το “πώς δενότανε τ’ ατσάλι”. Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη (ή στην ανεργία, πλέον), με τα κομμάτια μας δένει το ατσάλι. Εκτός κι αν ξέρει κανείς άλλο συνθέτη σαν το Λοΐζο, στίχους σαν αυτούς του Λάδη, ερμηνευτές που μπορούν να βγάλουν περισσότερο συναίσθημα.

Κι είναι να απορεί κανείς πώς αυτή την κορυφαία συναυλία, μία από τις πιο δυνατές στιγμές στην πρόσφατη ιστορία των Φεστιβάλ, κάποιοι θέλησαν να την περάσουν επικοινωνιακά στο δημόσιο λόγο (και βασικά το μικρόκοσμο των social media) με τη στάμπα “φέρατε τον Νταλάρα”, ίσως γιατί έχει σα στάμπα τη ζωή τους σημαδέψει πως “το ΚΚΕ φταίει για όλα”, και προσαρμόζουν επιλεκτικά τις ευαισθησίες τους.


Το πρόβλημα είναι πως αυτά τα τραγούδια, που είναι αθάνατα και διαχρονικά, τα είπαν και κάποιοι καλλιτέχνες που δεν αποδείχτηκαν παντός καιρού, αλλά καιροσκόποι. Αλλά οι επιλεκτικές ευαισθησίες μιας ορισμένης “κριτικής” που διυλίζει τον κώνωπα, για να καταπιεί την κάμηλο και τους “όλοι μαζί μπορούμε”, δείχνουν την πολιτική σκοπιμότητα πίσω από ορισμένα αγανακτισμένα σχόλια.


Στα στιγμιότυπα της τρίτης μέρας, κρατάμε επίσης:
-το σ/φο φωτογράφο που σκαρφάλωνε στις σκαλωσιές για να πετύχει την καλύτερη λήψη, φτάνοντας ένα βήμα πριν από την έφοδο στον ουρανό και από το να ξεκινήσει καριέρα ως drone-αεροπλανάκι.
-το κόλπο στα ταμεία με το μαρκαδοράκι, για τα πλαστά χαρτονομίσματα (που υπήρχε κι από πριν, αλλά εγώ τότε έμαθα σε τι χρησιμεύει).
-τους μετανάστες που μπήκαν στο χώρο, σχηματίζοντας ένα άτυπο μπλοκ χωρίς πανό, και πρέπει να ήταν στις πρώτες σειρές, στη διάρκεια της ομιλίας.
-τη σ/φισσα από τα μεγάφωνα, που έλεγε “σαρακοστό τρίτο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή”. Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή κι ο Σεπτέμβρης από το (σαρακοστό τρίτο) Φεστιβάλ;
-την καντίνα “Red Kitchen”, με το σύνθημα για τη “γλυκιά γεύση της αλληλεγγύης”, που πρέπει να δοκιμάσεις. Που δεν ήταν -προφανώς- των διοργανωτών, αλλά δεν κατάλαβα αν έχει πολιτική αναφορά σε κάποιο χώρο-συλλογικότητα.
-και το μπλουζάκι των Ρώσων στη Διεθνούπολη, με το νεαρό Στάλιν, με το φουλάρι. Που είχε γίνει ανάρπαστο ήδη από την πρώτη μέρα, κι ήταν το πρώτο αντικείμενο του Φεστιβάλ, που εξαντλήθηκε, με διαφορά από τα υπόλοιπα, αφού πουλιόνταν σα ζεστό ψωμάκι -ή μάλλον σουβλάκι, για να το προσαρμόσουμε στα δεδομένα του Φεστιβάλ. Δεν έγραφε όμως το όνομα του “Σήφη”, αλλά το σύνθημα “Young and strong will” (νεαρή και δυνατή θέληση) κι έτσι το καταλάβαιναν μόνο οι μυημένοι.


-την ατάκα του Παπακωνσταντίνου πως αν δεν ήταν γιος του πατέρα του, θα ήθελε να είναι του Λοΐζου.
-τα ζεστά λόγια της Φαραντούρη, που είπε πως η ΚΝΕ πάντα αγκάλιαζε τον πολιτισμό και πρέπει να συνεχίσει να το κάνει.
-τον αποχαιρετισμό της Γλυκερίας, στη λαϊκή σκηνή: “να σπρώξουμε κι εμείς λιγάκι, για να δούμε φως”.
-το αδιαχώρητο στις άλλες δύο σκηνές, που ήταν ήδη φίσκα από πριν, και έφταναν άλλοι τόσοι από την Κεντρική, που τελείωσε πριν από όλες.
-και τις καρέκλες στη λαϊκή σκηνή, με τη Γλυκερία, που έφταναν σχεδόν μέχρι τη Διεθνούπολη, για να χωρέσουν.
Αλλά το Φεστιβάλ δε χωράει πουθενά. Ούτε στο Πάρκο Τρίτση, ούτε στα ΜΜΕ, που έχουν πιο ασήμαντα και άμαζα γεγονότα να καλύψουν. Γιατί αν είσαι κομμουνιστής, τότε…
“Τότε τι κρίμα, τι κρίμα, τι κρίμα, δε χωράς πουθενά, πουθενά…”

Υγ: και στα εκατό, θα είμαι πάλι εδώ.
Και τι άλλο μπορεί να γίνει δηλαδή για τα 100 χρόνια του κόμματος (και τα πενήντα της ΚΝΕ); Τι παραπάνω και πιο εντυπωσιακό μπορεί να γίνει; Να χτίσουμε τον Πύργο του Τάτλιν;
Αλλά αυτό θα το δούμε σε επόμενο κείμενο, μαζί με μια συνολική αποτίμηση για το ταξίδι του Φεστιβάλ που τελείωσε κι ο προορισμός του κάθε άλλο παρά φτωχικός δεν ήταν…

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Περί στρατευμένης τέχνης

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες, η ΤΟ των Καλλιτεχνών του ΚΚΕ πραγματοποίησε πολιτική εκδήλωση στο Θέατρο Διάνα, χαμηλά στην Ιπποκράτους, που αποπνέει ακόμα κάτι από τα ένδοξα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Εισηγήτρια-ομιλήτρια ήταν η Αλέκα Παπαρήγα (η καλή), που μίλησε μεταξύ άλλων για την Οχτωβριανή Επανάσταση, την πορεία των μπολσεβίκων προς της νίκη, τον πόλεμο, τη στάση των κομμουνιστών σε αυτόν, τα πολλά ρυάκια του αντικομμουνισμού, ύπουλου και ραφιναρισμένου ή πρωτόγονου, τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα που δεν έχει ίδιο περιεχόμενο για το λαό και για την αστική τάξη. Σε γενικές γραμμές, επανέλαβε ως ένα βαθμό την ομιλία που είχε κάνει στη Θεσσαλονίκη, την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ.

Υπήρχαν όμως καινούρια σημεία, προσαρμοσμένα στο ακροατήριο, και το κομμάτι της συζήτησης, όπου το αρχικό πλάνο προέβλεπε 2-3 ερωτήσεις, αλλά στην πορεία υπερκαλύφτηκε και (υπερ)διπλασιάστηκε, γιατί οι καλλιτέχναι είναι ελεύθερα πνεύματα, δεν μπαίνουν εύκολα σε καλούπια κι έχουν πολλά να πουν και να ρωτήσουν.

Είχε ενδιαφέρον κι η στάση της Αλέκας, που όταν πήγε σε πιο καλλιτεχνικά εξειδικευμένα ζητήματα η συζήτηση και δεν ένιωθε να τα κατέχει τόσο καλά, ζητούσε να την συμπληρώνουν και να την διορθώνουν, πχ η Ελένη -εννοώντας τη Μηλιαρονικολάκη, που καθόταν όμως πίσω από τη Γερασιμίδου και… υπήρχε σύγχυση.
Όπως είχε πει και στη Θεσσαλονίκη εξάλλου, όποιος δε ρωτάει, κάνει πως τα ξέρει όλα ή απλά δεν ξέρει τίποτα.

Ακολουθούν κωδικοποιημένα μερικά σημεία κι αποστροφές από τη ζωντανή κι ενδιαφέρουσα συζήτηση -είναι αυτονόητο πως τυχόν αβαρίες κατά τη μεταφορά, βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.
Γιατί υποτιμάται η στρατευμένη τέχνη κι οι καλλιτέχνες που την υπηρέτησαν; Ρίτσος, Βάρναλης, Κατράκης και τόσοι άλλοι, να μην ξεχάσω κανέναν και τον αδικήσω. Πώς βγήκαν δηλαδή όλοι αυτοί; Με εντολή του κόμματος; Πήγε δηλαδή το Κόμμα στο Ρίτσο και του είπε, γράψε ποίηση κατά παραγγελία; Εμένα αν μου έλεγε το Κόμμα “γράψε ποίηση”, δε θα μπορούσα να το κάνω.
-Θεατρικό έργο;
-Ούτε και θεατρικό.
(σ.σ.: ελπίζω πάντως να της πει το Κόμμα να γράψει μελέτες και βιβλία, για να αξιοποιήσει τις δικές της κλίσεις).
Κι οι άλλοι στρατευμένοι είναι, απλά το κρύβουν.
-Στρατευμένοι στο χρήμα, συμπλήρωσε κάποιος.

Εντάξει, στράτευση δεν είναι να πάρεις πχ την απόφαση του 20ού Συνεδρίου (του ΚΚΕ) και να την κάνεις στίχους ή να την μελοποιήσεις. Η τέχνη πρέπει να έχει και το στοιχείο της αντανάκλασης, να αποτυπώνει σε άλλο επίπεδο την πραγματικότητα. Ούτε σημαίνει πως ο στρατευμένος καλλιτέχνης είναι υπεράνω κριτικής και πιάνει σωστά όλα τα ζητήματα, χωρίς να κάνει λάθη. Αν και… όταν διαβάζεις Μπρεχτ, είναι σα να διαβάζεις Μαρξ, τόσο πυκνά νοήματα έχει.

Όπως ένας εργαζόμενος δυσκολεύεται να απεργήσει, έτσι κι ένας καλλιτέχνης έχει κατά κανόνα πρόβλημα να επιβάλει τους όρους του, πώς και τι θα παίξει. Άσε που δεν μπορείς να κάνεις απεργία αλληλεγγύης για αυτό το ζήτημα -σε αντίθεση πχ με τον εργάτη που θα απολυθεί…

Από την άλλη, τέχνη δική μας υπάρχει, αλλά πολλές φορές δεν προβάλλεται, δεν την μαθαίνουμε ποτέ, αλλά μας περιμένει να γίνουμε χορηγοί της και να την προβάλουμε. Κι η αλήθεια είναι πως ούτε η δική μας βάση, φίλοι και οργανωμένα μέλη, έχει τόσο υψηλό, ανεπτυγμένο καλλιτεχνικό κριτήριο. Κι αυτό απαιτεί πολλύ δουλειά, για να το αλλάξουμε, δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί διοικητικά. Δεν πρέπει, όμως, να είμαστε προκατειλημμένοι πχ ότι ο αγρότης κι ο εργάτης θέλει το κλαρίνο του, και δε χαμπαριάζει από υψηλή τέχνη.

Κάποιος έβαλε το ζήτημα της ταξικότητας και της αντικειμενικότητας -που δεν είναι πάντως αντιθετικές έννοιες.
Πολλές φορές φοβόμαστε να υπερασπιστούμε τις ιδέες μας, και μας πιάνει ένα άγχος να προβάλουμε και την άλλη άποψη. Ε όχι, εγώ δεν το θέλω αυτό, η δική μας άποψη θέλω να ακουστεί.
-Ε να ακουστεί κι η αντίθετη, για να την αντικρούσουμε.
-Εγώ πχ είχα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη Μακρόνησο…
-Ε δεν εννοώ να μιλήσουν και οι βασανιστές.

Κι ένα τελευταίο σημείο για την ποιότητα των προπανγανδιστικών φυλλαδίων του κόμματος -που ένας φίλος-σ/φος την χαρακτήρισε χαμηλής στάθμης.
Αντικειμενικά, έχουν γίνει κάποια βήματα. Υποκειμενικά, είπε η Αλέκα, εμένα μου αρέσουν τα παλ χρώματα, για να βλέπω το σύνθημα, να μη χάνεται πίσω από το σχέδιο. Αφίσα είναι, όχι ζωγραφικός πίνακας, πρέπει ο άλλος να δει το θέμα. Έρχονται κάτι προσχέδια-προτάσεις με τεράστια σφυροδρέπανα… Εντάξει, ΚΚΕ είναι, “χαίρω πολύ”, αλλά ποιο είναι το θέμα της εκδήλωσης-συγκέντρωσης;

Αντί επιλόγου, ένα απλό στιγμιότυπο με μια συντρόφισσα από το κοινό, που θα μπορούσε να είναι κι η σωσσίας της Αλέκας -βάζω μια πιο θολή, για να μην υπάρξει θέμα.


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αλέκα, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και το Φεστιβάλ

Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, η Αλέκα είχε τον περισσότερο κόσμο μετά την Μποφίλιου, αλλά ήταν λίγο ντεφορμέ εισηγητικά και σε μένα τουλάχιστον, δημιούργησε μάλλον περισσότερες απορίες από αυτές που έλυσε. Κάτι που έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό και με τη φύση του προφορικού λόγου ή των σημειώσεων που διαβάζονται σε μια ομιλία, και θα αναπτύσσονταν πολύ καλύτερα γραπτά, σε ένα άρθρο.

Μια φράση για τον "αποχαρακτηρισμό" του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -που οι σοβιετικοί και το ΚΚ τον θεωρούσαν αντιφασιστικό και έπαψαν να τον αναφέρουν ως ιμπεριαλιστικό- μου φάνηκε κάπως αδόκιμη, αλλά είχε ενδιαφέρον και την συγκράτησα, για μερικές προεκτάσεις.

Αν καταλαβαίνω καλά -που δεν είναι και σίγουρο- το πρόβλημα δεν είναι ο διπλός χαρακτηρισμός, αλλά η προβληματική γενίκευση του ενός όρου, σε βάρος του άλλου, που έπαψε να αναφέρεται και σταδιακά εξαλείφθηκε. Με άλλα λόγια, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και άδικος από την πλευρά των καπιταλιστικών χωρών, αλλά αντι-ιμπεριαλιστικός κι αντιφασιστικός για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς. Το προβληματικό στοιχείο δεν είναι να υπενθυμίζουμε το δεύτερο, αλλά να το απολυτοποιούμε, συγκαλύπτοντας και υποτιμώντας τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου για τους "συμμάχους" που βρέθηκαν συγκυριακά στον αντιναζιστικό συνασπισμό.

Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, πως είναι εξίσου λάθος να στραβώνουμε το κλαδί από την ανάποδη, θεωρώντας πως ο Β' Π.Π. ήταν αποκλειστικά και μόνο ιμπεριαλιστικός. Γιατί τι άλλο παρά αντι-ιμπεριαλιστικός ήταν ο πόλεμος για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς; Ιδίως όταν σημειώνει εύστοχα η Αλέκα πως ο εθνικο-απελευθερωτικός πόλεμος έχει άλλη έννοια και περιεχόμενο για εμάς κι άλλη για την άρχουσα τάξη -που δεν έχει εθνικο-απελευθερωτικούς σκοπούς.

Μπορούμε άραγε να παραλείψουμε αυτή την πτυχή, όταν στο δυτικό μέτωπο έλαβε χώρα ένας "παράξενος -ή αστείος- πόλεμος", που δεν ήταν παρά ένα δευτερεύον επεισόδιο, συγκριτικά με τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ανατολή, τη λυσσαλέα επίθεση των ναζί και τη σφοδρή αντίσταση των Σοβιετικών; Η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη έμεινε κυρίως σε κατάσταση αναμονής των εξελίξεων, ταξίδεψε στη Βόρειο Αφρική για τα πετρέλεαιά της κι απέκτησε πραγματικά πολεμικές διαστάσεις, μόνο όταν οι Σοβιετικοί έδειχναν ικανοί να κερδίσουν μόνοι τους τον πόλεμο.

Α ναι, υπάρχει κι η Δουνκέρκη, όπου οι ναζί επέτρεψαν στους Άγγλους να ανασυνταχθούν και να γλιτώσουν μια ολοκληρωτική καταστροφή των δυνάμεών τους. Αυτές τις μέρες παίζεται η ομώνυμη ταινία στον κινηματογράφο (ίσως γράψει προσεχώς κάτι σχετικά το Λαϊκό Στρώμα στην Κατιούσα), που στη χολιγουντιανή του εκδοχή, έχει συμβάλει στην ιστορική παραχάραξη και την εντυπωσιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης, που διαμορφώνεται κατεξοχήν με τέτοια έργα και θεωρεί πως αυτό που άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου κι έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα κατά των ναζί ήταν η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, κι όχι τα 20 εκατομμύρια νεκρών που έδωσε η ΕΣΣΔ.


Αν αποδεικνύουν κάτι τα παραπάνω, είναι πως ο Β' Π.Π. έγινε κυρίως κατά της Σοβιετικής Ένωσης κι αυτό βάζει τη σφραγίδα του στο χαρακτήρα του πολέμου, αλλά όχι φυσικά για να βγάλει λάδι τους εταίρους της αντιφασιστικής συμμαχίας και τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις τους, που εκδηλώθηκαν την επαύριο κιόλας του πολέμου.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιφασιστική συμμαχία ήταν ένα είδος Λαϊκού Μετώπου. Που σημαίνει με τη σειρά του, ευμενής ουδετερότητα ενός μέρους των αντιπάλων, χωρίς καμία αυταπάτη πως δε θα κληθεί η δική μας πλευρά -οι κομμουνιστές- να τραβήξει κουπί και πως δε θα τους βρούμε απέναντί μας, αντίπαλους, στο μέλλον.

Με  αυτό το (δικό μου) σκεπτικό, τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια αντιφατική επιλογή, που πέτυχε γενικά τον τακτικό της στόχο, να σπάσει δηλαδή τη διεθνή απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης και να της διασφαλίσει καλύτερες θέσεις εν όψει του πολέμου που διέβλεπε πως ερχόταν. Αν κρίνουμε όμως τα Λαϊκά Μέτωπα ως στρατηγική επιλογή για την επανάσταση και το σοσιαλισμό, το αποτέλεσμα ήταν μια οικτρή αποτυχία.

Και πάλι, το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι η απολυτοποίηση της μιας ή της άλλης πλευράς. Τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν μια πρωτότυπη επεξεργασία, που πατούσε στη συγκυρία και την ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, πετυχαίνοντας ορισμένα αποτελέσματα. Δεν αποτελούσαν στρατηγική για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας και κακώς θεωρήθηκαν μεταπολεμικά, ως τέτοια. Το πρόβλημα δεν ήταν ακριβώς τα ΛΜ αυτά καθαυτά ως συγκεκριμένη επιλογή στην εποχή τους, αλλά η προβληματική γενίκευση που έκανε μεταπολεμικά το διεθνές ΚΚ, έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τα υπαγόρευσε.

Είναι χαρακτηριστικός ο εορτασμός στη Σοβιετική Ένωση του Μπρέζνιεφ των 30 χρόνων από το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν, με την εισήγηση του Ντιμιτρόφ για το φασισμό και τα ΛΜ. Αν δεν κάνω λάθος, σε αυτό πλαίσιο εντασσόταν η μελέτη-διατριβή του Σάρλη, μετέπειτα ιδεολογικού υπεύθυνου της κετουκε, που οδήγησε στο βιβλίο του για την "πολιτική του ΚΚΕ κατά του μοναρχοφασισμού", και κινούνταν στο αντισταλινικό, αντιζαχαριαδικό πνεύμα της εποχής, αντιπαρέθετοντας τη σωτήρια ενωτική πολιτική της Κομιντέρν, στο ζαχαριαδικό σεχταρισμό, που αναγκάστηκε να υποχωρήσει υπό την πίεση του ενιαίου διεθνούς κέντρου.

Αργότερα, ο Σάρλης έγραψε τα "προβλήματα τακτικής και στρατηγικής", που εγείρουν πολλά κι ενδιαφέροντα ζητήματα. Τον τίτλο αυτό αντέγραψε -συνειδητά και με αμετροέπεια κατά τη γνώμη μου- ο Βασίλης Λιόσης, στο βιβλίο του που κυκλοφορεί οσονούπω από τις εκδόσεις ΚΨΜ, θέλοντας προφανώς να δείξει πως υπερασπίζεται εκείνο το (παλιό, αυθεντικό) ΚΚΕ. Κλείνει η παρένθεση.

-Σε κάποια φάση, η Αλέκα αναφέρθηκε στα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων, προκαλώντας εύλογα τη μία και μοναδική (λόγω χρονικής πίεσης) ερώτηση ενός συντρόφου από το κοινό. Για να το πω κάπως απλοϊκά και χοντροκομμένα, υπάρχουν δύο βασικές αντιλήψεις για τους μπολσεβίκους και τα μεταβατικά αιτήματα που πρόβαλλαν. Μία που λέει πως αυτά έρχονταν όταν δεν ήταν ώριμες οι (υποκειμενικές) συνθήκες για επαναστατικούς στόχους, οπότε έμπαιναν για να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα μεταξύ της συγκυρίας και των απαιτήσεων του καιρού μας, ανάμεσα στο μέσο επίπεδο της λαϊκής συνειδητοποίησης και το αντικειμενικά ώριμο ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Και η δεύτερη που λέει πως τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων έρχονται ακριβώς όταν εμφανίζεται επαναστατική κατάσταση, σε άμεση σύνδεση και όχι πριν από αυτήν, που θα ήταν ενσωματώσιμα -πχ όπως ο εργατικός έλεγχος, που δεν μπορεί να μπει ανεξάρτητα από το ζήτημα της εξουσίας και της τάξης που θα την κατέχει.

Έχω λοιπόν την εντύπωση πως εμείς λέμε γενικά το δεύτερο, αλλά η Αλέκα απάντησε στη λογική του πρώτου. Αλλά στον προφορικό λόγο, πολλά πράγματα χάνονται, παρανοούνται ή κατανοούνται λειψά και διαστρεβλώνονται. Για αυτό είναι καλύτερο να τα δούμε γραπτά, για να κριθούν επαρκώς.

Ξεκινώντας πάντως με το Sniper από το σωστό συμπέρασμα πως με την εξέγερση δεν παίζει κανείς και πως όταν αρχίζει, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να την οδηγήσουμε μέχρι τέλους, το μεταφράσαμε εκλαϊκευτικά ως εξής: όταν είναι να πλακωθούμε, τότε πλακωνόμαστε, αλλιώς δεν...
Μπαίνει όμως το ζήτημα αν χρειάζονται μεταβατικές καρπαζιές, καβγαδάκια για την εγρήγορση του κινήματος, trash-talking και προκλήσεις Μεϊγουέδερ-Μακ Γκρέγκορ, λαϊκά αντίφα γυμναστήρια για μάι-τάι και πολεμικές τέχνες, που αρνούνται όμως να παλέψουν με φασίστες, γιατί πρέπει να σέβεσαι τον αντίπαλο κι αυτοί δεν έχουν ούτε ίχνος σεβασμού για χρυσαυγίτες (είδες το Αλ-Τζαζίρα;).
Πρέπει να προκαλούμε τον αντίπαλο ή να αποφεύγουμε να σπαταλάμε ενέργεια και να κρατάμε δυνάμεις για το καίριο, αποφασιστικό χτύπημα (του γερανού) όπως ο Ντάνιελ-σαν στο Καράτε Κιντ; Και μέχρι τότε, wax-in, wax-out, wax-in...

Τρίτο, σημαντικό πλην σύντομο σημείο είναι η ενθάρρυνση της Αλέκας προς το κοινό να μη διστάζει να ρωτήσει, γιατί όποιος δεν το κάνει ή νομίζει πως τα ξέρει όλα ή δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Και ήταν πολύ διδακτικό να βλέπεις την ίδια, τρεις μέρες μετά, στην εκδήλωση των καλλιτεχνών, που δεν ένιωθε ότι κατέχει καλά τα πιο ειδικά θέματα και ζητούσε συνεχώς να την συμπληρώνουν και να την διορθώνουν, για να μην πει κάτι ζαβό...
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας επόμενης ανάρτησης...

Υστερόγραφο

Η κε του μπλοκ σιχαίνεται από θέση αρχής τα αυτοαναφορικά σημειώματα, οπότε τα χώνω απλώς σε ένα υστερόγραφο.
Αν ήταν να κλείσει το μπλοκ, θα υπήρχε ενημέρωση, συνεπώς δε χρειάζονται επιμνημόσυνες δεήσεις για το συχωρεμένο. Έχω πει εγκαίρως πως μετά το Μάιο κάποια δεδομένα θα άλλαζαν, τα πράγματα θα γίνονταν στριμόκωλα και θα αραίωνε η καθημερινή ροή των αναρτήσεων. Και ναι, παίζει κάποιο ρόλο σε αυτό η Κατιούσα, αλλά όχι καθοριστικό. Θα προσπαθήσω να ανανεώνω πιο συχνά το μπλοκ και με κείμενα που έχουν ανέβει πρώτα στην Κατιούσα -η οποία πάντως δίνει επιλογή για σχολιασμό για όποιον θέλει να πει κάτι- αλλά μέχρι τα Χριστούγεννα, δε βλέπω να αλλάζει κάτι δραματικά.

Κατά τα άλλα να διαβάσετε το τρίτο μέρος του Αριστερισμού, που δέησε επιτέλους να γράψει το ΛΣ, που περνά δημιουργικά το χρόνο του στο Φεστιβάλ, φτιάχνοντας λογοπαίγνια για τον Πετρολούκατς Χαλκιά. Το ζητήσατε, το περιμένατε, τον απειλήσατε για να το γράψει, οπότε είναι κρίνα να αφήσετε τώρα την προσμονή τόσων χρόνων να το κάνει να περάσει απαρατήρητο σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν γιγαντωθεί. Κι αν φτωχικό το βρήκες το τρίτο μέρος, δε σε γέλασε. Άσε που θα υπάρξει κι άλλο, σαν επίλογος στην τριλογία και Νταρτανιάν στους τρεις σωματοφύλακες.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Προλετάριοι όλων των ομάδων ενωθείτε

Η μεταγραφή του Ένγκελς στον Ολυμπιακό, το τρολάρισμα από ταξική σκοπιά, ο Μαρξ-Λένιν της Φλαμένγκο και ο Κολομβιανός άσος, Στάλιν Μόττα.

Αναδημοσίευση από Κατιούσα (ξέχασα όμως να βάλω κάτι για τις χαμένες ευκαιρίες, τους οπορτουνιστές -που στην Ευρώπη, ποδοσφαιρικά μιλώντας, σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό- και τους Οφορτουνιστές, που τα βάζουν με το Φορτούνη).


Ο ΠΑΟ στο ποδόσφαιρο πήρε μεταγραφή τον Τσάβες. Ο Ολυμπιακός έκανε ρελάνς παίρνοντας τον Ένγκελς από την Μπριζ -που απέκλεισε η ΑΕΚ στα πλέι-οφ του Europa League. Κάποιοι ρεπόρτερ άρχισαν να τον λένε Ένχελς (με χι) αλλά ακόμα και αν έτσι προφέρεται, ήταν πλέον πολύ αργά. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον αναπόφευκτο συνειρμό για όσους γνωρίζουν το φίλο και σύντροφο του Μαρξ.


Κι ύστερα το νερό κύλησε σαν καταρράκτης στο αυλάκι κι έφτασε πολύ μακριά.

Ο Ένγκελς ντύθηκε στα κόκκινα και θα βλέπει κάθε κόκκινη κάρτα, σαν το κομματικό του βιβλιάριο.
Αλλά αν πήγαινε στον Παναθηναϊκό, θα έγραφε το “Αντι-Τζίγκερ” -ως συνέχεια του Αντι-Ντίρινγκ.
Και ως κλασικός του μαρξισμού, θα δίνει άλλη διάσταση στην έννοια του clasico, στα ντέρμπι των αιωνίων.

Στην παρουσίασή του, οι δημοσιογράφοι θα τον ρωτήσουν αν πιστεύει ότι χρειάζεται επικαιροποίηση η Διαλεκτική της Φύσης, μετά από τόσες επιστημονικές ανακαλύψεις.
Αυτός όμως θα τους μάθει τη Διαλεκτική του Ποδοσφαίρου, όπου η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση.
Και θα γράψει, μελετώντας τους χούλιγκαν των ομάδων, την “κατάσταση του λούμπεν προλεταριάτου στην Ελλάδα”.


Θα τον καλέσουν στην “Αθλητική Κυριακή” για ανάλυση των φάσεων και θα τους εξηγήσει πως “σε τελική ανάλυση” τον καθοριστικό ρόλο τον παίζει η οικονομική βάση και τα κεφάλαια του Μαρινάκη που επιδρούν στο ποδοσφαιρικό εποικοδόμημα.
Και θα τους αναλύσει τη δομή της παράγκας και της “Αγίας Οικογένειας” του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Θα προβλέψει πως οι συνθήκες θα ωριμάσουν απότομα, όταν ο Ολυμπιακός μείνει τρία χρόνια σερί χωρίς εγχώριο τίτλο.
Και θα εξηγήσει πως κάθε αναμέτρηση είναι μια μορφή δυαδικής εξουσίας, με σχετική ισορροπία, όπου η μπάλα πηγαίνει πάνω-κάτω και μπαίνει στα δίχτυα, όταν οι πάνω δεν μπορούν και οι κάτω δε θέλουν.


Ο Βαγγέλης Ιωάννου θα τον χαρακτηρίσει “βελούδινο σφυροδρέπανο”, μετά το βελούδινο σφυρί του Λοτζέσκι και τα “βελούδινα δρεπάνια” άλλων αμυντικών, που θερίζουν πόδια στο διάβα τους. Αρκεί να μην υπάρχουν αυταπάτες ότι θα είναι βελούδινη η επανάσταση.
Οι αντίπαλοι οπαδοί θα φωνάζουν αντικομμουνιστικά συνθήματα, κι οι οργανωμένοι του Ολυμπιακού θα απαντάνε με το δόγμα No Politica.

Αν ο Ένγκελς ασχολούνταν όντως με το ποδόσφαιρο, ίσως του ταίριαζε να είναι βοηθός προπονητή, στο επιτελείο του Μαρξ, ή χορηγός του Κάρολου, για να συγγράψει αυτός απερίσπαστος το “Κεφάλαιο”.

Κι αν κάποιος -πχ ο Ολυμπιακός- ενδιαφέρεται να συμπληρώσει την τριάδα των κλασικών (μια ετεροχρονισμένη αλλά πληρωμένη απάντηση στην τριάδα των Ολλανδών που είχε κάποτε η Μίλαν) μπορεί να κυνηγήσει το wonder kid, Μαρξ-Λένιν, που παίζει στους μικρούς της Φλαμένγκο, ή τον Στάλιν Μόττα, για να φτιάχνει παιχνίδι και να κάνει μικρό, απόρθητο Στάλινγκραντ την εστία του.


Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Εσύ τι είδους κομμουνιστής είσαι;

-Γιατί, το έχετε σε πολλά είδη;
Υπάρχουν πχ αυτοί που είναι αγάπη από την κορυφή ως τα νύχια, όπως έλεγε ο Χικμέτ. Κι αυτοί που αγαπάνε από την κορυφή ως τα νύχια τον εαυτό τους, το σύστημα, τις “ανέσεις” και τις μικροαστικές “ελευθερίες” που τους παρέχει…


Αναδημοσίευση από Κατιούσα (και περαστικά στους ασήμαντους κομπλεξικούς, που κατάλαβαν ό,τι ήθελαν να καταλάβουν).

-Εσείς, τι είδους κομμουνιστής είσθε;
-Γιατί, το έχετε σε πολλά είδη;

Κοιτάξτε, υπάρχουν πχ κομμουνιστές από τα Lidl, σαν τον Κατρούγκαλο.
Υπάρχουν όμως κι αυτοί που το θεωρούν βαρύ τίτλο τιμής και δεν το χαρίζουν εύκολα στον εαυτό τους, αλλά πιστεύουν πως είναι ένα ιδανικό, που πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να το φτάσουν και να αποκτήσουν το δικαίωμα να αποκαλούνται έτσι.

Υπάρχουν αυτοί που πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Ή που πέρασαν και τους τα ακούμπησαν, για να περάσουν στην αντίπερα όχθη, όπου εξαργυρώνουν τώρα τα ένσημά τους.

Αυτοί που είναι αγάπη από την κορυφή ως τα νύχια, όπως έλεγε ο Χικμέτ. Κι αυτοί που αγαπάνε από την κορυφή ως τα νύχια τον εαυτό τους, το σύστημα, τις “ανέσεις” και τις μικροαστικές “ελευθερίες” που τους παρέχει, αλλά θέλουν να κρατήσουν τα νύχια τους έξω από το βούρκο, για την καλή έξωθεν μαρτυρία.

Αυτοί που είναι νύχι-κρέας με το λαό, κι αυτοί που είναι μίσος από την κορυφή ως τα νύχια και δεν μπορούν να συσπειρώσουν ούτε τον ίσκιο τους. Κι αυτοί που είναι “από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα”.

Υπάρχουν οι κομμουνιστές του πληκτρολογίου και της οθόνης, αλλά δεν μπορείς να πεις πως είναι χαμένη υπόθεση και δεν εξελίσσονται. Τώρα υπάρχουν και τα κινητά με τις οθόνες αφής… (τα χαϊδευτά, που έλεγε κι ένας σφος, πριν πάρει κι αυτός ένα).

Υπάρχουν κομμουνιστές με Κάπα κεφαλαίο, που εμπνέουν τον κόσμο γύρω τους με το παράδειγμά τους και είναι σημείο αναφοράς. Που είναι πανταχού παρόντες, σε κάθε πρόβλημα, σε κάθε αγώνα, κι ας μην είναι ακόμα και τα πάντα πληρούντες, γιατί δεν είμαστε ακόμα πολλοί κι αρκετά δυνατοί.


Αυτοί που θυσιάζουν το χρόνο τους και την προσωπική τους ζωή (ή απλά τη ζωή τους, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε φορά) για να πάψει να κάνει τζάμπα θυσίες, χωρίς αντίκρισμα και στόχο ο δικός μας λαός.


Υπάρχουν οι “ορθόδοξοι κομμουνιστές” κι οι “αιρετικοί”, που θεωρούν εαυτούς ορθόδοξους. Υπάρχουν πολυθεϊστές, που έχουν κάνει ένα δημιουργικό(;) ιδεολογικό αχταρμά. Αυτοί που έχουν τυφλή, θρησκευτική πίστη και βολεύονται στο ρόλο του ποίμνιου, ενώ το ζήτημα είναι να γίνουμε όλοι “ιεραπόστολοι”. Οι αλλαξοπιστήσαντες εικονομάχοι που έλεγαν πως πρέπει να εκσυγχρονιστούμε και κατέληξαν στη μεγάλη αγκαλιά (ή κάπου στα πέριξ) του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Κι αυτοί που στερούμενοι κάθε ιδανικού, βλέπουν τα δικά μας ως δόγμα κι αγκυλώσεις, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια.

Υπάρχουν διαβασμένοι διανοούμενοι που ζουν στο συννεφάκι της θεωρίας και δεν προσγειώνονται στην πραγματικότητα, που την θ(ε)ωρούν αφ’ υψηλού, χωρίς να μπορούν ποτέ να την αλλάξουν. Αυτοί που δε διαβάζουν ποτέ, γιατί τους καταπίνουν οι δουλειές και τα καθήκοντα που πρέπει να βγουν, και τρέχουν καθημερινά γύρω από την ουρά τους, χωρίς θεωρητιικό μπούσουλα, για να φωτίσει το δρόμο.

Κι υπάρχουν κι οι οργανικοί διανοούμενοι που βγαίνουν μέσα από τις γραμμές και τα σπλάχνα της εργατικής τάξης, συνδυάζοντας ιδανικά (ή το κατά δύναμιν) πράξη και θεωρία.

Υπάρχουν συνειδητοί κομμουνιστές κι άλλοι που νόμιζαν ότι είναι μέχρι που γύρισε ο τροχός κι επήλθε η αυτογνωσία.



Υπάρχουν -πέραν των άλλων- μαοϊκοί, τροτσκιστές, αλτουσεριανοί, ελευθεριακοί, λουξεμπουργκικοί και λουξεμβουργιανοί ευρωκομμουνιστές, Βρυξελλιώτες, με αγάπη για την ΕΕ και… το πεδίο πάλης της. Ο κομμουνιστής όμως ή θα είναι “σκέτος” (με ολίγη), χωρίς αφρούς και κορδελάκια να τον προσδιορίζουν συμπληρωματικά ή… (αν έχει τα κορδελάκια) δε θα είναι τέτοιος.
Ο σωστός κομμουνιστής πιστεύει πως είναι ένας αλλά λέων (όχι απαραίτητα Τρότσκι) κι όλοι εσείς τυριά. Που για τους σ/φους στη ΛΔ του Βορρά, να ξέρεις, ένα είναι το τυρί (η φέτα), ένα είναι το κόμμα (ΚΚΕ). Κι όλα τα άλλα είναι κασέρια, χωρίς λιπαρά και ουσία. Και αν επιμένεις, σώνει και ντε, χαμουτζή σ/φε να τα λέμε τυριά και κασέρια, να ξέρεις πως ούτως ή άλλως θα είναι κίτρινα σαν τη χρεοκοπημένη δεύτερη διεθνή ή άσπρα σαν τους λευκοφρουρούς της αντίδρασης.

-Δηλαδή είστε αναθεωρητής;
-Όχι παιδάκι μου, εγώ δεν έχω τέτοιες δυνατότητες. Είμαι βοσκός.
(…)
-Α-να-θε-ω-ρη-τής. Είστε;
-Όχι δεν είμαι τέτοιο, είχαμε έναν, τελείωσε, προχτές τον πήρανε.



Μήπως είσαι τότε, σύντροφε, από αυτούς που βλέπουν τα πάντα σαν κουτάκια, και πιστεύουν πως η πολιτική, κομμουνιστική τους ταυτότητα μπορεί να βγει ανάλογα με τα άλφα, τα βήτα και τα γάμα που θα απαντήσει σε ένα τεστ-ερωτηματολόγιο;
-Όχι, αλλά κι αυτά έχουν την πλάκα τους, όσο δεν τα παίρνεις σοβαρά.

Το σημείωμα γράφτηκε με αφορμή το δημοφιλές τεστ που κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες στο Facebook και βρίσκει “τι κομμουνιστής είσαι”, απαντώντας και σε διάφορα άλλα ερωτήματα, με βάση το προφίλ σου. Μόνο που, όπως με ενημέρωσε το Λαϊκό Στρώμα, δεν είναι καν στο επίπεδο του νεοθετικισμού -λες άλφα, άρα είσαι το βήτα- αλλά μια ανοησία και μισή, που βγάζει τυχαίες απαντήσεις. Οπότε, σ/φε αναγνώστη, αν τυχόν βγήκες τροτσκιστής, ευρωκομμουνιστής (ή κάτι άλλο που δε σε αντιπροσωπεύει) και σου κάνουν καζούρα οι φίλοι σου για την πολιτική σου στροφή, μην απελπίζεσαι και (η μέρα εκείνη) δε θα αργήσει…


Ή στην τελική, ξανακάνε το τεστ, μέχρι να σου βγάλει το αποτέλεσμα που ήθελες.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Δε μας παίζεις ρε Νταλάρα;

Είναι μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Αλλά έχει νόημα με καλοπροαίρετα άτομα, που δεν είναι έτοιμα να δουν το Νταλάρα για να χάσουν το δάσος και το χαρακτήρα της Κόκκινης Πολιτείας που στήνεται κάθε χρόνο.

Αναδημοσίευση από την Κατιούσα

Ας διευκρινιστεί εξ αρχής, για να μην παρεξηγηθεί στη συνέχεια. Το κείμενο που θα διαβάσετε (αν φτάσετε ως το τέλος) δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τίποτα εν είδει στείρας απολογητικής, αλλά να εκφράσει μερικές σκέψεις, προσωπικές και υποκειμενικές προφανώς.

Χτες άρχισε ξαφνικά να γίνεται ένας μικρός χαμός στο μικρόκοσμο των αριστερών social media, γιατί ανάμεσα στα καλλιτεχνικά ονόματα που θα παραστούν στο φετινό Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή είναι και αυτό του Γιώργου Νταράλα, που το έκανε Νταλάρας για λόγους ευφωνίας, αλλά αυτό να ‘ταν το πρόβλημα στη δική του περίπτωση.

Το παράδοξο είναι πως τα περισσότερα ονόματα που θα πάρουν μέρος στις εκδηλώσεις του κεντρικού Φεστιβάλ της Αθήνας έχουν ανακοινωθεί εδώ κι ένα μήνα περίπου, αλλά ο ντόρος γίνεται αναδρομικά, πιθανότατα γιατί τώρα το έβαλε κάποια σελίδα και άρχισε να διαδίδεται -έγινε viral, όπως λέμε- στο ευρύτερο αριστεροχώρι. Έτσι λοιπόν, οι αντιδράσεις μοιάζουν σχεδόν κατευθυνόμενες, χωρίς να είναι απαραίτητα, λες και “πήραν γραμμή” να εκδηλωθούν τώρα. Τα ‘χει όμως αυτά το ίντερνετ κι η διάδοση πληροφοριών απ’ το διαδίκτυο. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά πως όσοι έμαθαν και σχολίασαν όψιμα την είδηση, δεν πήραν μόνο την πληροφορία, αλλά και την αξιολόγησή της, έτοιμη, πακεταρισμένη, για να τους διαμορφώσει εξ αρχής γνώμη, ενεργοποιώντας εξαρτημένα αντανακλαστικά.

Αυτός ο ντόρος ξεσηκώνεται προβλέψιμα κάθε χρόνο σχεδόν, για διαφορετικά ονόματα κάθε φορά, και είναι πλέον κάτι σα θεσμός, κομμάτι της φεστιβαλικής παράδοσης: φεστιβάλ χωρίς γκρίνια δε γίνεται. Παρακάτω προσπαθώ να πιάσω μερικά ζητήματα, όπως τα αντιλαμβάνομαι, χωρίς να διεκδικώ δάφνες αντικειμενικότητας -την προσωπική μου γνώμη εκφράζω.

Μήπως το Φεστιβάλ κάνει εκπτώσεις και τα θυσιάζει όλα στο βωμό της εμπορικότητας και της εισπρακτικής επιτυχίας του;
Όχι. Ο Νταλάρας κάνει σίγουρα γκελ, στις παλιότερες γενιές κυρίως, αλλά δεν είναι το όνομα-κράχτης που θα φέρει κόσμο. Ίσα-ίσα, που μπορεί να διώξει και μερικούς, για ευνόητους λόγους.

Γιατί έρχεται λοιπόν ο Νταλάρας;
Φέτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από το θάνατο του Λοΐζου κι ογδόντα χρόνια από τη γέννησή του. Κατά συνέπεια -υποθέτω πως- θα υπάρξει κάποιο σχετικό αφιέρωμα στο Φεστιβάλ. Στις 7 του Σεπτέμβρη στο Θέατρο Πέτρας, λίγα χιλιόμετρα πέρα απ’ το Πάρκο Τρίτση και μερικές μέρες πριν το Φεστιβάλ, θα γίνει συναυλία προς τιμήν του Λοΐζου, όπου θα τραγουδήσουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης. Με αλφαβητική σειρά -γιατί όλα μπορούν να παρεξηγηθούν.

Κατά “σατανική σύμπτωση” είναι οι ίδιοι που θα τραγουδήσουν την τρίτη και τελευταία μέρα του Φεστιβάλ. Η απλή λογική λέει πως θα επαναλάβουν το ίδιο συναυλιακό πρόγραμμα, ενταγμένο στο πλαίσιο σχετικού αφιερώματος στο Μάνο Λοΐζο. Δεν το ξέρω, δεν το λέω ως “πληροφόρηση εκ των έσω”, απλώς το συμπεραίνω κι από άλλες χρονιές. Δεν πρόκειται να έρθει δηλαδή ο Νταλάρας να κάνει μια συναυλία, γενικά κι αόριστα, με “τραγούδια του που αγαπήσαμε”. Θα είναι ενταγμένος στο ίδιο συναυλιακό σχήμα, ενισχυμένο από τη Φαραντούρη, που και αυτή έχει συνδεθεί με το Λοΐζο. Αυτή είναι συνήθης πρακτική, που επαναλαμβάνεται σε κάθε Φεστιβάλ. Σε ένα παρόμοιο σχήμα είχε έρθει πχ πρόπερυσι κι η Βιτάλη (μαζί με τη Γλυκερία) και μας είπε κάποια “χαριτωμένα” υπέρ του Τσίπρα και του Σύριζα, που τους υποστηρίζει. Και έκτοτε δεν ξανάρθε.

Το Φεστιβάλ δεν καλεί γενικά καλλιτέχνες-ονόματα, για να μας πουν τα δικά τους και να τραβήξουν κόσμο. Τους καλεί πολλές φορές σε συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως πριν από μερικά χρόνια, με το Λουκιανό Κηλαηδόνη που είχε έρθει μια χρονιά να πει τραγούδια από τους πρώτους του δίσκους, τα “Μικροαστικά” και τα “Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας”. Σημασία δε έχει μόνο ποιος έρχεται, αλλά με τι όρους το κάνει και τι πρόκειται να μας πει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για την περιβόητη συμμετοχή των Goin’ Through, πριν μερικά χρόνια, που αποδείχτηκε άστοχη επιλογή, όχι όμως για όσα είπαν και έκαναν στη σκηνή του Φεστιβάλ. Αυτό ισχύει και για πολλούς ακόμα καλλιτέχνες, που προσωπικά δε μου κάθονται πολύ καλά (ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε), αλλά στη συνέχεια έμαθα πως είχαν έρθει αφιλοκερδώς και τους εκτίμησα (γι’ αυτό συγκεκριμένα, όχι γενικά).

–Γιατί λοιπόν δεν ανακοινώνεται ότι ο Νταλάρας θα έρθει στα πλαίσια ενός αφιερώματος;
Υποθέτω και πάλι, για εμπορικούς λόγους. Που δεν έχουν να κάνουν με τη διοργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ, αλλά με τις άλλες συναυλίες και τη δική τους εισπρακτική επιτυχία. Γιατί αν μπορείς να έρθεις στο Φεστιβάλ και να ακούσεις με αμελητέο αντίτιμο το ίδιο (πάνω-κάτω) πρόγραμμα, γιατί να σκάσεις ένα σωρό λεφτά στην “κανονική” συναυλία, αφού έχεις τέτοια εναλλακτική; Αυτός είναι νομίζω ο λόγος που μερικές χρονιές, στις προαναγγελίες του φεστιβαλικού προγράμματος υπάρχουν κάποιες “τρύπες”, με τον αινιγματικό τίτλο “μεγάλη συναυλία”, όπου το όνομα ανακοινώνεται τελικά στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν το Φεστιβάλ. Δεν υπάρχει κενό που καλύπτεται την τελευταία στιγμή, ο λόγος μάλλον είναι ο ίδιος που αναλύω και παραπάνω.

Κι αυτό είναι σοβαρή, επαρκής δικαιολογία;
Αυτό είναι η σοβαρή, αληθινή εξήγηση, η ερμηνεία. Μετά, μπορούμε να την κρίνουμε και να την συζητήσουμε.

Ο Νταλάρας είχε έρθει και στο Φεστιβάλ του 98′, τελευταία φορά, αν δεν κάνω λάθος, όταν ήταν ακόμα 4ήμερες οι εκδηλώσεις και γίνονταν στα Ιλίσια, στην Πανεπιστημιούπολη. Αλλά τότε δεν είχε γίνει αντίστοιχος ντόρος. Δεν το λέω ως επιχείρημα, απλή διαπίστωση κάνω.

Ο Νταλάρας ήταν διαχρονικά Πασόκος, κάτι που ίσχυε από αρκετά παλιά και δεν περιμέναμε το μνημόνιο και τη σχετική τοποθέτησή του, για να το μάθουμε. Όσοι διαβάζουν τακτικά το Ριζοσπάστη, έστω κι από το διαδίκτυο, θα θυμούνται πχ την κριτική που του έκανε η στήλη “Αποκαλυπτικά”, όταν έκανε φιλάνθρωπες δωρεάν συναυλίες για να χαρεί ο λαός εν μέσω κρίσης, κι ερμήνευε τη θέληση του κόσμου, που δεν είχε ψηφίσει το “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο”. Σημείωνε λοιπόν, μεταξύ άλλων, ο Ριζοσπάστης το Φλεβάρη του 12′.


Ο Γ. Νταλάρας σερβίρει τη στοίχισή του με την αντιλαϊκή πολιτική, πασπαλισμένη με μπόλικο στυγνό αντικομμουνισμό. Οσες υποκριτικές φιέστες στο όνομα του λαού κι αν διοργανώσει θα είναι στάχτη στα μάτια, αφού ο ίδιος είναι ταγμένος με την πολιτική που καταδικάζει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα στη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Ο Νταλάρας είναι μια συμβιβασμένη φωνή του συστήματος. Αλλά αν θέσουμε πολύ αυστηρά κριτήρια, δε θα βρούμε πολλούς ‘καθαρούς’ καλλιτέχνες, αφού όλοι σχεδόν αναγκάζονται να κάνουν μικρούς ή μεγαλύτερους συμβιβασμούς για να επιπλεύσουν στο χώρο. Κάποιοι είχαν γίνει υπουργοί (χωρίς προφανώς αυτό να κρίνει συνολικά το έργο τους) και κάποιοι άλλοι είχαν τραγουδήσει παλιότερα σε “λευκές νύχτες” ή σε εκδηλώσεις πολυεθνικών εταιριών, για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και το χειρότερο είναι ότι τελικά όλα αυτά δεν ήταν υποχρεωτικές επιλογές, για να βγουν τα προς το ζην.

Θέλω να πω ότι το πολιτικό μας κριτήριο για τους καλλιτέχνες δεν μπορεί να είναι το ίδιο αυστηρό με το καθαρά πολιτικό μας κριτήριο. Και δεν είναι τόσο σαφές πού μπαίνει το όριο στους συμβιβασμούς, πότε η ποσότητα οδηγεί σε διαφορετική ποιότητα. Πιθανότατα το όριο είναι ο ίδιος ο Νταλάρας. Συμβαίνει όμως να έχει τραγουδήσει μερικά φοβερά κι ανεπανάληπτα πολιτικά τραγούδια, που άφησαν εποχή κι έχουν συνδεθεί αντικειμενικά με τη φωνή του. Είτε πρόκειται για την Τσιμινιέρα και το Λοΐζο, είτε για το Μικρούτσικο και (πχ μεταξύ άλλων) το Ανεμολόγιο. Κι ας του αξίζει του ίδιου να εισπράξει από την εξέδρα βροχή δεκάρικα.

Έχω και μία ακόμα σχετική ένσταση. Δεν ξέρω αν δικαιούνται να μιλάνε για αυτό όσοι ποστάρουν τον ξεπουλημένο Τζιμάκο (όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου), τον τρομπαδούρο γελωτοποιό του συστήματος, για να τη βγουν “από τα αριστερά”. Δε μας χέζεις ρε Τζιμάκο;
Αυτοί που λένε πως το Φεστιβάλ ξεπλένει ένα μνημονιακό καλλιτέχνη, ενώ ξέπλεναν το Σύριζα ως κυβέρνηση και έπαιρναν μαζί του “ανάσες αξιοπρέπειας” αντί να κρατάνε τη μύτη τους από την μπόχα του ευρωμονόδρομου που ποτέ δεν έπαψε να πρεσβεύει.
Όσοι κράζουν τη Φαραντούρη, που πήγε στο “Όλοι μαζί μπορούμε”, αλλά κλείνουν τα μάτια τους (αντί για τη μύτη τους) στον “προοδευτικό κι εναλλακτικό” Χαρούλη, που τραγούδησε στην ίδια φιέστα, και πηγαίνουν μαζικά, χωρίς τύψεις, στις συναυλίες του.
Με δυο λόγια, όσοι έχουν δυο μέτρα και σταθμά, ανάλογα με την περίσταση, την περίπτωση του καλλιτέχνη και βασικά το Φεστιβάλ που τραγουδά και την πολιτική νεολαία που το διοργανώνει.
Αλλά αυτό, απλώς παρεμπιπτόντως, χωρίς να αφορά την ουσία του θέματος.

Εσύ δηλαδή δεν έχεις πρόβλημα με το Νταλάρα;
Για να το θέσω απλά: θα προτιμούσα να μην είναι, αλλά δε με χαλάει που είναι. Αν με αρρωσταίνει η παρουσία του, έχω άπειρες επιλογές για να δω και να μη με απασχολήσει ποτέ. Προσωπικά όμως θα πάω να τον ακούσω, ακόμα κι από περιέργεια, λόγω του ντόρου που έχει γίνει. Κι αν τυχόν πει καμιά μουσμουλιά (που δεν το πιστεύω, γιατί ξέρει από “τακτ” ο καλός δημοσιοσχετίστας, Νταλάρας), να του ρίξουμε γιούχα και ντομάτες, όλοι μαζί, οργανωμένα. Ή και προληπτικά, που λέει ο λόγος, από την Πέμπτη, στην παράσταση του Ζαραλίκου. Ο οποίος είχε σατιρίσει κάποτε πολύ εύστοχα και το Μικρούτσικο (που έπαιζε την ίδια μέρα στο Φεστιβάλ):
–Όλο “επτά σε παίρνει αριστερά”, κι όλο ΠΑΣΟΚ είναι…

–Μα δεν καταλαβαίνεις πως η παρουσία του Νταλάρα ενοχλεί και συντρόφους σου, Κουκουέδες;
Μα ναι, ασφαλώς. Με αυτούς όμως θα είχα πολύ διαφορετική βάση συζήτησης. Γιατί ξέρουν πολύ καλά τι είναι το Φεστιβάλ και δεν προσπαθούν να το στρεβλώσουν ή να το κρύψουν πίσω από έναν Νταλάρα. Το Φεστιβάλ είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία, κάτι μοναδικό στο είδος του, μια Πολιτεία που την θάβουν τα πληθωρικά και πολυφωνικά ΜΜΕ, μια εναλλακτική πρόταση με πλούτο ιδεών, εκδηλώσεων, συζητήσεων, μηνυμάτων. Είναι ανοιχτό, πιο μαζικό από οτιδήποτε έχουμε δει οι περισσότεροι στη ζωή μας (εκτός κι αν κάποιος έχει πάει στην πορεία της Πρωτομαγιάς στην Αβάνα ή στην κηδεία του Φιντέλ). Μαζικό άνοιγμα στη νεολαία, στον κόσμο που πρέπει να σηκωθεί από τους καναπέδες του και όχι σε πολιτικές γκρούπες (γιατί κάποιοι έτσι καταλαβαίνουν και μετράνε το άνοιγμα).

Είναι πολύ μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Και πολύ ενδιαφέρουσα επίσης. Αλλά χρειάζεται γνώση κάποιων δεδομένων -που εγώ τουλάχιστον δεν την έχω- πριν πετάξουμε το μακρύ και το κοντό μας. Και προπαντός, καλή προαίρεση, από άτομα που δεν είναι πρόθυμα κι έτοιμα από καιρό να σβήσουν όλα τα παραπάνω ή να τα κάνουν γαργάρα, με αφορμή ένα πουκάμισο αδειανό, έναν Νταλάρα. Χρειάζεται κουβέντα με άτομα που τα καταλαβαίνουν όλα αυτά και νιώθουν την ανάγκη να τα προφυλάξουν, να τα κρατήσουν μακριά από τον (κάθε) Νταλάρα. Αυτή είναι η διαφορά, και με αυτούς μπορεί να γίνει συζήτηση. Και ποιος σου λέει ότι δε γίνεται, στην τελική…;