Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Citius, altius, fortius

Ο Ροσμέρ λέει κάπου στο βιβλίο του (για τη Μόσχα του Λένιν και βασικά για την παρουσία του στα πρώτα βήματα της Κομιντέρν και της Προφιντέρν) ότι δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική κριτική σε μια επανάσταση αν δεν την συμπαθείς και δεν είσαι θετικά διακείμενος προς αυτήν. Κι έχει δίκιο σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια έννοια -θα έλεγα- που η Αλέκα είχε πει πως ο διάλογος έχει νόημα μεταξύ ατόμων που συμφωνούν μεταξύ τους, τουλάχιστον στα βασικά.

Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.

Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.

Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.

(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).

Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.

Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.

Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.

Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.

Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.

Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Είναι τόσο απλό

Μια μελέτη σύγχρονων αμερικανών συγγραφέων, με σχετικά καλές θέσεις για τη Σοβιετική Ένωση, έφερε το χαρακτηριστικό τίτλο Socialism Betrayed. Δηλαδή προδομένος σοσιαλισμός, που ωστόσο υπήρξε προτού προδοθεί, σε αντίθεση με όσους λένε πχ πως προδόθηκε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.

Καλή (;) ώρα όπως ο Τρότσκι, που δεν κάνει λόγο για σοσιαλισμό, αλλά για προδομένη επανάσταση, που θα έπρεπε να είναι διαρκής κι εξαγόμενη, αλλά προδόθηκε στα κλειστά σύνορα του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, που ήταν το ένα έκτο του κόσμου, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Αυτή ήταν μια βασική, στερεότυπη κατηγορία, μετά την αντεπανάσταση, στην κριτική του κόμματος ενάντια στην Περεστρόικα και τον Γκόρμπι που ηγήθηκε της διαδικασίας της παλινόρθωσης, με απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό. Έλεγαν δηλαδή πως το κόμμα αντιμετωπίζει τα γεγονότα κάπως απλοϊκά, σα μια συνωμοσία, και τα ερμηνεύει σαν καρπό της προδοσίας ενός πράκτορα της CIA, χωρίς να βλέπει τις εσωτερικές αιτίες, τη χρεοκοπία και την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Λες και η ανατροπή δεν είναι ταξικός (άρα κι εσωτερικός) αλλά γεωγραφικός όρος. Και η αντεπανάσταση έρχεται μόνο απέξω (παραγγελιά, όπως η επαναστατική συνείδηση για την εργατική τάξη).

Παρόμοια κριτική έγινε και σε πιο πρόσφατες κομματικές επεξεργασίες πχ για τον κομβικό ρόλο του εικοστού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, γιατί -λέει- το θέμα δεν είναι να αναλύσουμε την ιστορία με όρους ηθικής, καλοί-κακοί, συνεπείς-οπορτουνιστές, αλλά υλιστικά, να βρούμε τους αντικειμενικούς παράγοντες που την καθορίζουν και την ερμηνεύουν.

Σε αυτήν τη συλλογιστική, υπάρχουν πολλά παρακλάδια, πχ πολιτικός ή οικονομικός αναγωγισμός, που απολυτοποιούν τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά δε θα μας απασχολήσουν αναλυτικά σε αυτή τη φάση.

Ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι πως σε πρώτη φάση οφείλουμε να καταλάβουμε τα γεγονότα, αντί να εκφέρουμε αξιολογικές κρίσεις. Η προδοσία από μόνη της δε μας λέει πολλά, αν πρώτα δεν καταλάβουμε τους παράγοντες που κατέστησαν εφικτή την επικράτησή της και το σημείο όπου οι όποιες καλές προθέσεις έστριψαν λάθος, και οι λανθασμένες επιλογές (που αντιμετώπιζαν υπαρκτά προβλήματα) κατέληξαν σε μια πορεία χρόνου να ενισχύουν τη συνειδητή αντεπαναστατική δράση.

Το δεύτερο κι εξίσου σημαντικό: ποιος λέει πως δεν το κάνουμε ήδη;
Είναι αυτονόητο πως η κριτική στην Περεστρόικα πχ δεν αφορά τη μοχθηρία και τις σατανικές ικανότητες του Γκόρμπι, αλλά τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούσε κι ανέρχονταν δυναμικά στο προσκήνιο, διεκδικώντας να ανατρέψουν το σοσιαλισμό. Το αυτό ισχύει και για το Νικήτα, σε άλλη φάση και με άλλη μορφή.

Το ίδιο κάνει κι η μελέτη Socialism Betrayed, που εξετάζει το σημαίνοντα ρόλο της σκιώδους (μαύρης, παρα-)οικονομίας στο προτσές της ανατροπής. Το ίδιο επιχειρεί από τη δική του σκοπιά κι ο Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση, ερμηνεύοντας το "σταλινικό Θερμιδώρ" ως έκφραση της νίκης της γραφειοκρατίας και κάποιων προνομιούχων στρωμάτων της σοβιετικής κοινωνίας, που δεν είχαν συμφέρον να συνεχίσει η επανάσταση, για να στερεώσουν την εξουσία τους.

Δε λέω ότι με πείθει ή ότι έχει δίκιο. Αλλά κι αυτός καταλαβαίνει πως οφείλει (να προσπαθήσει) να δώσει μια συνολική ερμηνεία. Ισχύει ωστόσο πως πολύ συχνά αυτοί που μας κατηγορούν για απλοϊκές, συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια, κι είναι αυτοί που κατεξοχήν αναφέρονται σε προδοσία, ψάχνοντας απλά το χρονικό σημείο στο οποίο συντελέστηκε.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Η αποστασία είναι μια χαρά πολιτικός όρος-χαρακτηρισμός, που περιγράφει αντικειμενικά μια κατάσταση, χωρίς να μπλέκει με μεταφυσικές ηθικολογικές κρίσεις, "το καλό και το κακό". Και δυστυχώς, αποστάτες δεν έχει μόνο η αστική τάξη, αλλά και το κομμουνιστικό κίνημα. Κι αυτό έχει μια βαθύτερη -συγκεκριμένη κάθε φορά- ερμηνεία, που γενικά έχει να κάνει με την (οικονομική και ιδεολογική) επίδραση της αστικής τάξης στο κίνημα και την υποχώρηση μπροστά στις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα της ταξικής πάλης. Ο οπορτουνισμός καταλήγει στην προδοσία της τάξης μας, αλλά είναι κατεξοχήν πολιτική κατηγορία.

Υπάρχει και κάτι άλλο, που αφορά άμεσα τη συνείδηση των στελεχών της πρωτοπορίας, χωρίς να τα ερμηνεύει όλα ιδεαλιστικά, βάση αυτού.
Ο Τσε πχ αρνούνταν πεισματικά να έχει το παραμικρό προνόμιο που απέρρεε από τη θέση του και "καταδίκαζε" τον εαυτό του σε σπαρτιατική λιτότητα, εφόσον αυτό ήταν που μπορούσε να δώσει στο λαό το σοσιαλιστικό κράτος. Ο Βλαδίμηρος από την άλλη, λέγεται πως όταν τον ρώτησαν γιατί στο τρένο ταξιδεύει στην πρώτη θέση, τους είπε πολύ σωστά πως ο δικός μας στόχος δεν είναι να καταργήσουμε την πρώτη, αλλά την τρίτη θέση.

Δεν επιχειρώ να αντιπαραθέσω τον ένα στον άλλο, αλλά να εκφράσω μια σκέψη λίγο απλοϊκά και χοντροκομμένα -για να γίνει κατανοητό- για να καταδείξω κάτι.
Οι ανισότητες στο σοσιαλισμό δε στοιχειοθετούν προφανώς ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, όχι με την έννοια που γίνεται αυτό σε μια αστική κοινωνία τουλάχιστον, κι εκμεταλλευτικές σχέσεις. Αποτελούν όμως μια σοβαρή αντίθεση, που αν δεν την προσέξουμε, μπορεί να εξελιχτεί σε ανταγωνιστική. Ο εξισωτισμός -ειδικά στις πιο... "ισοπεδωτικές" εκδοχές του- δε δίνει λύση στο πρόβλημα, ούτε εξουδετερώνει τον κίνδυνο.

Από την άλλη όμως, αν διασφαλίζαμε πως τα στελέχη του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού, αυτοί που αποτελούν σημαντικά γρανάζια της οικοδόμησης και της οργανωμένης συνειδητής πρωτοπορίας, δεν έχουν το παραμικρό παράπλευρο όφελος από την πολιτική τους δραστηριότητα ή μια διευθυντική θέση που μπορεί να αναλάβουν, θα ήταν άραγε τόσο εύκολο να εκδηλωθεί και να επικρατήσει μια αντεπανάσταση από τα πάνω;

Τίποτα δεν είναι απλό φυσικά. Αλλά και το να λες πως κάτι δεν είναι απλό, δεν είναι τελικά τόσο απλό και χρειάζεται πάντα να σκεφτόμαστε αν και γιατί αναιρείται ο βασικός πυρήνας. Στην τελική αν όλοι είναι "καλοί", δε θα φτάναμε ποτέ στην προδοσία. Και ναι δεν είναι τόσο απλό, αλλά μήπως είναι; Τόσο απλό, σαν τον κομμουνισμό, που είναι απλός και κατανοητός (όπως λέει ο Μπρεχτ στο σχετικό εγκώμιο)...

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση ΙΙ

Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει, και ρίχνουμε μια ματιά στο ευρύτερο αριστεροχώρι και κάποιες εκδόσεις του.

Η ΔΕΑ και το εκδοτικό Red Marks (ενδιαφέρον λογοπαίγνιο) κυκλοφόρησαν φέτος στα ελληνικά μια ογκώδη βιογραφία του Μαρξ, γραμμένη από το Φραντς Μέρινγκ, το σύντροφο της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ, που πέθανε δύο βδομάδες μετά τη δολοφονία τους, πιθανότατα καταπονημένος από την ήττα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών. Μια βιογραφία που ήρθε ως συνέχεια της χρέωσης που ανέλαβε στο SPD να επιμεληθεί της έκδοσης της αλληλογραφίας των Μαρξ-Ένγκελς, αλλά έχει δεχτεί βάσιμη κριτική για κάποια σημεία και εκτιμήσεις της. Στα αξιοσημείωτα πως η κυβερνητική ΕφΣυν έκανε διαγωνισμό μες στο Μάη, όπου τρεις αναγνώστες της κέρδιζαν ισάριθμα αντίτυπα.

Υπάρχει επίσης μια καινούρια έκδοση της μικρής μπροσούρας του Τζόνι Ριντ "πώς λειτουργούν τα σοβιέτ", αλλά κρατάω μια επιφύλαξη, καθώς δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για το ίδιο εκδοτικό ή για πρωτοβουλία άλλου χώρου.

Ένα άλλο βιβλίο που εξέδωσαν είναι το "Έτος Ένα της Επανάστασης", του Βίκτορ Σερζ, αναρχικού που προσέγγισε για μερικά χρόνια τους μπολσεβίκους και την τρίτη διεθνή και γράφει για τα εμπόδια και τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η επανάσταση, κάτι που υπαγόρευσε σε μεγάλο βαθμό τα μέσα που έπρεπε να μεταχειριστεί απέναντι στους αντιπάλους της. Ο ίδιος ωστόσο δε βρισκόταν στη σοβιετική Ρωσία εκείνη την περίοδο, γι' αυτό προσωπικά βρήκα πιο ενδιαφέρον το "αναμνήσεις ενός επαναστάτη" που έχει κυκλοφορήσει κι αυτό στα ελληνικά.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως την ίδια ακριβώς ι-ΔΕΑ για την επέτειο είχε και το ΣΕΚ (από το οποίο προέκυψε ως διάσπαση η ΔΕΑ) που εξέδωσε σχεδόν ταυτόχρονα το ίδιο βιβλίο από το δικό του εκδοτικό (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Έτσι μπορεί να δει κανείς τα δύο βιβλία (που είναι ένα) δίπλα-δίπλα σε κάποια βιβλιοπωλεία, σε φάση "βρείτε τις διαφορές".

Παρόμοια περίπτωση με το Βίκτορ Σερζ είναι ο Αλφρέντ Ροσμέρ, αναρχοσυνδικαλιστής και στέλεχος της Προφιντέρν στα πρώτα της βήματα, που έγραψε τη "Μόσχα του Λένιν", αν και ο τίτλος είναι λιγάκι παραπλανητικός, καθώς γράφει ελάχιστα για την καθημερινή ζωή στην πρωτεύουσα της χώρας των Σοβιέτ κι αναφέρεται περισσότερο στην πολιτική του δραστηριότητα, τους μήνες που έμεινε σε αυτήν, μέχρι το θάνατο του Λένιν, κάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις εκτενές ρεπορτάζ για διάφορες συνεδριάσεις -κάτι που έχει σαφώς μια σχετική αξία, αλλά και συγκεκριμένο ταβάνι.

Κι αυτό το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο". Κι έχει ένα ενδιαφέρον, γιατί μπορεί οι Σερζ και Ροσμέρ να συμπίπτουν με τους τροτσκιστές στην καταγγελία του "σταλινικού Θερμιδώρ", αλλά στη συνέχεια διαφώνησαν και συγκρούστηκαν και με τον ίδιο τον Τρότσκι.

Περνάμε στο ΚΨΜ, που είχε τις προάλλες εκπτώσεις 50% για φοιτητές και ανέργους (και βασικά για όλο τον κόσμο). Το οποίο είναι κάπως διαφορετικό και ευρύτερο από τις προηγούμενες περιπτώσεις, με την έννοια που το ΝΑΡ είναι ευρύτερο και πιο πολυσυλλεκτικό σε σχέση με τους τροτσκιστές. Το ΚΨΜ εξάλλου έχει πολιτική αναφορά στο ΝΑΡ αλλά δεν ανήκει σε αυτό και είναι κατά μία έννοια το αντίπαλο δέος στο εκδοτικό "Τόπος" στο χώρο της "αριστερής διανόησης". (Παρεμπιπτόντως, από αυτό το εκδοτικό κυκλοφόρησε ένα σύντομο χρονικό της Επανάστασης με τίτλο "Ικάρια Πτήση" και ένα βιβλίο του Χ. Κεφαλή για το Λένιν που κριτικάρει της διαστρεβλώσεις του από "την κυρίαρχη ιδεολογία και το σταλινισμό"...)

Έτσι λοιπόν, μπορεί να δει κανείς σε μια συλλογική έκδοσή του για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής κείμενα του Μαργαρίτη και του Μπογιόπουλου (που συνεργάζονται έτσι κι αλλιώς με το εκδοτικό). Η πολυσυλλεκτικότητα αποτυπώνεται και στα τετράδια με διάφορες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος -σαν τις φιγούρες του Λαϊκού Στρώματος για την Κομμουνόπολη- που έχουν από το Λένιν μέχρι τον Γκράμσι και τον Τρότσκι. Αλλά αυτό που κάνει θραύση είναι φυσικά το τετράδιο που έχει το σφο με το μουστάκι, που αφήνει τους άλλους να τρώνε τη σκόνη του.


Στον ίδιο (πολιτικό-εκδοτικό) χώρο μπορεί να βρει κανείς το διπλό αφιέρωμα που κάνουν τα Τετράδια Μαρξισμού (η αντίστοιχη δική τους Κομεπ, αλλά κι αυτή πιο πολυσυλλεκτική) στον κόκκινο Οχτώβρη. Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι μάλλον σε αυτά που έρχονται.
-το βιβλίο του Παυλίδη "Ιστορία και Κομμουνισμός" -που υποθέτω πως συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει στο βιβλίο του για το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ.
-ένα βιβλίο των Μηνακάκη-Μαυροειδή, που θα λέει τα δικά τους (για ανέκδοτο ιστορικά πλην εκμεταλλευτικό κοινωνικό σχηματισμό).
-και κάτι ακόμα από δική μας σκοπιά (χωρίς εισαγωγικά), που δεν ξέρω όμως αν είναι ανακοινώσιμο ακόμα.

Κάνουμε ευχάριστο φινάλε με λίγη σταλινολογία.
Αυτό το διάστημα κυκλοφόρησε μια βιογραφία της κόρης του σφου με το μουστάκι, Σβετλάνας Αλληλούγεβνα, που είχε φύγει στη Δύση ως αντιφρονούσα, για να επιστρέψει και να ξαναφύγει στη συνέχεια, και έχει γράψει ένα βιβλίο (20 επιστολές σε ένα φίλο) με αρκετές αναφορές στις τρυφερές, προσωπικές στιγμές που είχε με τον πατέρα της (αν τον αγνοείς, σφε αναγνώστη, κοίτα τη φωτό πιο πάνω).

Κυκλοφόρησε επίσης ένα καθαρά αντικομμουνιστικό βιβλίο για τις "τελευταίες μέρες του Στάλιν" του Τζόσουα Ρουμπενστάιν. Μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξή του σε ελληνική ιστοσελίδα, με φοβερές ερωτήσεις του στιλ:

Ο φόβος που ενέπνεε ο Στάλιν σε οποιονδήποτε βρισκόταν κοντά του φαίνεται να ήταν καθοριστικός στο τέλος της ζωής του, καθώς όπως σημειώνετε έμεινε για ώρες αβοήθητος -αφού κανένας από τους φρουρούς του δεν τολμούσε να μπει στο δωμάτιο του προκειμένου να βεβαιωθεί πως είναι καλά, ενώ και οι γιατροί αρχικά ήταν διστακτικοί στο να τον πλησιάσουν. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή την εξέλιξη ως ένα «πλήρωμα του χρόνου» για έναν άνθρωπο που όπως λέτε αντλούσε ικανοποίηση στο να ασκεί φόβο, ενώ παράλληλα τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η ασφάλειά του;

Κι επίσης...

Έχοντας μελετήσει σε βάθος τόσο την πορεία, όσο και την ψυχοσύνθεση του Στάλιν, ποια είναι η δική σας ερμηνεία για τόσο αραιές ομιλίες του; Ήταν μία στρατηγική κίνηση ώστε να διατηρηθεί η φήμη της απόλυτης μαρξιστικής αλήθειας πίσω από τα λεγόμενά του, ή θεωρείτε πως υπάρχει και άλλη εξήγηση;


Από τις φωτογραφίες του βιβλίου, όπου Ρώσοι εμιγκρέδες
κερνάνε μπορς για το θάνατο του Στάλιν
Αν το όνομα της δημοσιογράφου σας θυμίζει κάτι, δεν κάνετε λάθος, δεν είναι απλή συνωνυμία. Κάτι που μας δίνει την αφορμή για μια τελευταία βιβλική αναφορά. Ο διευθυντής των ΑΣΚΙ, που κάποτε ήταν στο ρεύμα που γνωρίσαμε (αλλά δεν αγαπήσαμε) κι αργότερα στους θρυλικούς επτά, έγραψε το βιβλίο "κόκκινη Αμερική" (για τους Έλληνες μετανάστες και το όραμα για ένα διαφορετικό κόσμο), που έχει σχέση, τόσο με τη διδακτορική του διατριβή, όσο και με το σενάριο του ντοκιμαντέρ "Ταξισυνειδησία" που υπογράφει ο ίδιος. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, βρίσκουμε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, όπου διαβάζουμε πως αυτόν τον καιρό ετοιμάζει το νέο βιβλίο του για την ελληνική αριστερά στον εικοστό αιώνα.
Κι εκεί είναι που σκέφτεσαι πως είναι θαυμάσια ιδέα, κι αυτός ίσως ένα από τα πιο κατάλληλα άτομα για να αναλάβει το θέμα. Αλλά πέντε-έξι χρόνια πριν. Όχι τώρα που είδε το φως το αληθινό και έγινε Συριζαίος...

Υγ: η παραπάνω λίστα είναι σαφώς ενδεικτική κι όχι εξαντλητική...

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση

Εν όψει της εκατοστής επετείου της Οκτωβριανής, κάθε χώρος/οργάνωση/εκδοτικός οίκος (πολλές φορές αυτά ταυτίζονται, αλλά όχι απαραίτητα) ετοιμάζουν ή βγάζουν ήδη διάφορες εκδόσεις για να τιμήσουν την επέτειο. Εδώ ισχύει το "ο καθένας ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητές του", αλλά απέχουμε πολύ ακόμα από το να φτάσουμε στο "σύμφωνα με τις ανάγκες" και τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου καθήκοντος.

Το οποίο σημαίνει δύο πράγματα: αφενός πως πρέπει να μεγαλώσουμε, για να μπορούμε περισσότερα. Αφετέρου πως δεν πρέπει να σταματήσουμε μετά την εκατοστή επέτειο, που πρέπει να είναι απλώς έναυσμα για να βγουν ακόμα περισσότερες σχετικές εκδόσεις.

Ξεκινάμε από τα δικά μας χωράφια. Εκτός από το πολύ σημαντικό και μεστό κείμενο της διακήρυξης της κετουκε, το τμήμα για τη δουλειά στο συνδικαλισμό επιμελήθηκε μια έκδοση για τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, με επίκεντρο τη Σοβιετική Ένωση.

Στα θετικά της έκδοσης συμπεριλαμβάνονται τα εξής:
-είναι επίκαιρη, αποδεικνύοντας πως ο σοσιαλισμός του εικοστού αιώνα είχε λύσει προβλήματα, όπως την ανεργία, που στον καπιταλισμό παραμένουν ακόμα και σήμερα ανεπίλυτα και οξύνονται, γιατί είναι σύμφυτα με την ύπαρξή του.
-είναι εκλαϊκευτική και προσιτή στον καθένα, θυμίζοντας αρκετά στη μορφή μια σειρά μπροσούρες που είχε επιμεληθεί το ΚΣ της ΚΝΕ με τίτλο "αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλισμό".
-είναι πολύτιμο εργαλείο για να ανοίξουν συζητήσεις για το σήμερα και τις δυνατότητες που μένουν αναξιοποίητες.
-είναι φτηνή, συνεπώς προσιτή από κάθε άποψη.
Και ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως πως τις προάλλες παρουσιάστηκε στο κατάμεστο δημοτικό θέατρο του Αιγάλεω, δείγμα για το ενδιαφέρον που δείχνει ο κόσμος για αυτό το θέμα και την υπεράσπιση της προσφοράς του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Το αρνητικό κατά τη γνώμη μου είναι πως στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε εκδόσεις και στοιχεία της μπρεζνιεφικής εποχής -όπως το συλλεκτικό βιβλιαράκι "εκατό ερωτήσεις-απαντήσεις για την ΕΣΣΔ- και τα περισσότερα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο μέχρι το 75', ενώ ίσως να 'ταν πιο χρήσιμο να γίνει κάτι διαφορετικό και πιο γόνιμο.

Στο πλαίσιο της επετείου, εντάσσεται η κυκλοφορία της συλλογής κειμένων του Λένιν "απ' τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων", που εστιάζει αρκετά και στο οργανωτικό σκέλος της εξέγερσης ή της προετοιμασίας για επαναστατική δράση, ενώ έρχεται σαν συνέχεια άλλων εκδόσεων, όπως πχ το βιβλίο "η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη".

Μια άλλη πρόσφατη έκδοση είναι το βιβλίο για την ελληνικής καταγωγής ουντάρνικα, Πάσα (ή Πάσια) Αγγελίνα (άξιο τέκνο ενός καταξιωμένου λαού), η οποία έγινε οδηγός τρακτέρ κι εκπαίδευε άλλες γυναίκες για αυτή τη θέση, σπάζοντας το φράγμα της προκατάληψης, μαζί με αυτό των παραγωγικών δεικτών. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ζουμερό πρόλογο του Αναστάση Γκίκα, ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Πάσα συμπληρώνει το βιογραφικό ερωτηματολόγιο ενός αμερικάνικου περιοδικού (που θέλει να καταγράψει την πορεία της) και διαπιστώνει πως παρά την πληθώρα ερωτήσεων και τις λεπτομέρειες που καλείται να συμπληρώσει, λείπει το πιο σημαντικό. Κι αυτό δεν είναι τα δικά της ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες που τα ανέδειξαν στην ίδια και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, σαν τη δική της.

Δεν τις παρουσιάζω αναλυτικά, γιατί θα έβγαινα εκτός θέματος, αλλά σημειώνω παρεμπιπτόντως και μερικές άλλες εκδόσεις:
-το βιβλίο για τα ηρωικά στελέχη του ΚΚΕ και της κεντρικής του επιτροπής που δεν προσκύνησαν το αστικό κράτος και βρήκαν το θάνατο αγωνιζόμενοι κι αλύγιστοι, είτε στο μέτωπο του αγώνα, είτε στις φυλακές, είτε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και μόνο ο τίτλος (παρμένος από την απολογία ενός μέλους της κετουκε) είναι ενδεικτικός για το (πολύ ενδιαφέρον) περιεχόμενο: δεν αναγνωρίζω κανένα νόμο, ούτε το κράτος σας...
-την επανέκδοση του έργου του Θέμου Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου (είχε προηγηθεί η αντίστοιχη επανέκδοση του βιβλίου του-χρονικού για το Μάη του 36' στη Θεσσαλονίκη).
-την έκδοση του ΣΠ Ηπείρου-Κέρκυρας-Λευκάδας της ΚΝΕ για τους ηρωικούς φαντάρους του Καλπακίου, όπου έγινε φέτος, προς τιμήν τους, και το διήμερο της οργάνωσης.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, ως προς μερικές, ενδεικτικές εκδόσεις του κόμματος σχετικές με την Οχτωβριανή Επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, σημειώνω μια βασική παράμετρο, που είναι κι η πιο σημαντική δυσκολία κατά τη γνώμη μου. Το κόμμα φαίνεται να δίνει -και δικαιολογημένα- βάρος στην επέτειο των δικών του εκατό χρόνων, στην ανάδειξη της ιστορίας του και της ηρωικής του διαδρομής. Συνεπώς υπάρχει μια "διάσπαση δυνάμεων" και κάποιες προτεραιότητες (γιατί προφανώς κι αποτελεί προτεραιότητα) δεν προχωρούν το ίδιο γρήγορα με τις υπόλοιπες.

Αυτή είναι καθαρά προσωπική εκτίμηση-εικασία, αλλά μπορεί να πέφτω τελείως έξω. Όπως δική μου εκτίμηση (που δε βασίζεται προφανώς σε κάποια πληροφόρηση) είναι πως ως το τέλος του 17', θα υπάρξουν και άλλες εκδόσεις, πχ ένα αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ ή κάποια συλλογική έκδοση, όπως αυτές που επιμελήθηκε το τμήμα ιστορίας της κετουκε για τα Δεκεμβριανά ή για τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Πρόσχωμεν...

Στο επόμενο μέρος, θα δούμε αντίστοιχες εκδόσεις και ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες από τον (πολιτικό-εκδοτικό χώρο) του ευρύτερου αριστεροχωρίου -και όχι μόνο...

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Στον τάφο του Νίκο Ζαχαριάδη - Ψηλά το φέρετρο σύντροφοι

Ανταπόκριση και συνειρμοί από ένα πολιτικό μνημόσυνο

Σε τέτοιες εκδηλώσεις, το αναπόδραστο κλισέ -σαν το "ας πούμε" σε αμφιθεατρική τοποθέτηση- είναι κάποιος που σημειώνει πως δεν πρόκειται για πολιτικό μνημόσυνο.
Όχι, για αυτό ακριβώς πρόκειται. Μια σύντομη τελετή στη μνήμη ενός προσώπου. Τα υπόλοιπα -βαδιζουμε στα χνάρια, συνεχίζουμε τον αγώνα, κτλ- θα τα αποδείξεις σε άλλο γήπεδο, πάντως όχι στο νεκροταφείο.

Μνημόσυνο πχ -με τη χειρότερη έννοια- ήταν η παράσταση του Κοτανίδη, που παρουσίαζε ένα θλιβερό γεροντάκι, χτυπημένο από τη μοίρα κι από ανώτερες δυνάμεις, εξουσίες, που τον τσάκισαν σα συμπληγάδες πέτρες, στη θέση ενός αλύγιστου, συνειδητού επαναστάτη, που και την αυτοκτονία του ακόμα την διάλεξε ως πολιτική πράξη και όχι ως διέξοδο στην απελπισία του και κακοκάρδισμα (αμπίντα). Ένας φτωχός (στο επαναστατικό φρόνημα) Ζαχαριάδης, χωρίς αξία για τους σύγχρονους επαναστάτες, παρά μόνο για συστημικές αναγνώσεις της προσωπικότητάς του.

Η τελετή ήταν σεμνή, με την έννοια πως κράτησε λίγο (μες σε δέκα λεπτά είχε λάβει τέλος) και πως σεβαστήκαμε τον αιώνιο ύπνο στο κοιμητήριο, χωρίς συνθήματα και με... σιγή νεκροταφείου, που θα έλεγε κακεντρεχώς κάποιος παλιός αριστεριστής, με πολυφωνία Βαβέλ στο χώρο του. Ο Μεντρέκας μόνο έβγαλε το λόγο από ντουντούκα, κι οι φωτογράφοι του πόρταλ πάτησαν σε κάτι σκαλοπατάκια-τάφους (σχεδόν επί πτωμάτων που λένε) για να τραβήξουν καλύτερα στιγμιότυπα.

Ο λόγος ήταν πολύ καλός, με γενναία αυτοκριτική, καθώς σημείωσε ότι ο Ζαχαριάδης έφυγε πικραμένος και συκοφαντημένος από το κόμμα του. Το οποίο όμως από το 73' και μετά, ουσιαστικά δεν αποδέχεται τις συκοφαντικές κατηγορίες σε βάρος του, και στη συνέχεια τον αποκατέστησε πλήρως. Απέφυγε όμως την αγιοποίηση, γιατί "δεν την χρειαζόμαστε, ούτε εμείς, ούτε εκείνος..."
Κι αυτό είναι πολύ σωστό, αν κι ο Ζαχαριάδης δικαιωματικά συγκαταλέγεται στους (καθ' υπερβολή) αγίους του κομμουνιστικού κινήματος).

Σε ένα άλλο σημείο είπε πως αν ο Ζαχαριάδης τα έβαζε με το κόμμα του, θα τον παραδεχόταν όλος ο αστικός κόσμος σα μεγάλο, αντιδογματικό, ανανεωτή ηγέτη, ενώ τώρα δεν του συγχωράν ότι έμεινε πιστός στο κόμμα του, γιατί τους είναι άγνωστη η αφοσίωση που βασίζεται στη συνειδητή πίστη και την ερμηνεύουν ως ένα είδος θρησκοληψίας.

Η πλάκα είναι ότι σε ένα βιβλίο του, ο γιος του Φοίβου Τσέκερη (του τελευταίου επιζώντα της μάχης του Πολυτεχνείου στα Δεκεμβριανά, μέχρι πέρυσι που έφυγε από τη ζωή) που έχει πάει με τους αναθεωρητές, το κάνει ούτως ή άλλως, παρουσιάζοντας τον κάπως σαν Έλληνα Τολιάτι, με το σχήμα των δύο πόλων στο 7ο Συνέδριο, και πρόδρομο της ανανέωσης...
Πάνω-κάτω στην ίδια λογική με την παράσταση του Κοτανίδη, που τον παρουσίασε ως εθνικό κομμουνιστή.

Μιας και είπαμε αναθεωρητές (είχαμε έναν τέτοιο, πέθανε, πάει τον πήρανε).
Λίγους τάφους πιο πέρα από το Ζαχαριάδη είναι ο Παρτσαλίδης, ενώ ακριβώς από κάτω ο Μπανιάς, στη γειτονιά των τραγουδιστών, μαζί με τον Ξυλούρη, που είναι ακριβώς δίπλα στο Μητροπάνο και πίσω τους κείται ο Στράτος Διονυσίου. Έχω επίσης την εντύπωση ότι στη διαδρομή πετύχαμε και τον οικογενειακό τάφο του Μανιαδάκη (του γνωστού).
Και ασφαλώς πολλούς άλλους που θα χρειαζόταν πιο αργό βήμα για να τους προσέξει κανείς.

Δίπλα στο Ζαχαριάδη, είναι θαμμένος ο Κιτσίκης. Και δε νομίζω να υπάρχουν πολλοί ακόμα δικοί μας στο πρώτο νεκροταφείο, όπου πέρα από τους διάσημους, όλοι οι υπόλοιποι είναι λεφτάδες, με παράδες, που έχουν να πληρώσουν για αυτήν τη θέση, αποδεικνύοντας πως οι ταξικές διακρίσεις συνεχίζονται μετά θάνατον.

Στον τάφο του είναι χαραγμένο ένα απόσπασμα από το περίφημο πρώτο γράμμα που περιέχει και τον όρο "ιμπεριαλιστική εξάρτηση". Το οποίο όμως δεν πρέπει να το βλέπουμε ξεκομμένο από τα άλλα δύο. Κι η οποία δείχνει τις αντιφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στη στρατηγική του, κτλ, κτλ...


Έξω από το νεκροταφείο, μια επιγραφή έλεγε πως απαγορεύεται η μεταφορά κάθε αντικειμένου από την κεντρική είσοδο. Και σκέφτηκα συνειρμικά προς στιγμήν πως αν ζούσε ο Φρέντυ Γερμανός, θα πήγαινα και θα του έκανα ειρωνικά "χα!" και τίποτα άλλο -στο στιλ του Λαϊκού Στρώματος- και θα τον άφηνα με την απορία.


Ο Σήφης ήρθε κι ήταν εμφανώς συγκινημένος, αλλά δε μίλησε. Δεν πειράζει, του χρόνου ίσως που θα είναι τα 45χρονα. Αρκεί που δεν έφερε μαζί του το συντάκτη της Εφημερίδας των Συντακτών, για να γελάσουμε -κι ας ήταν μνημόσυνο. Γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο, που λένε...

Να θυμίσω τέλος πως η σορός του Ζαχαριάδη είχε επιστρέψει στην Ελλάδα το Δεκέμβρη του 91', στην κορύφωση της αντεπανάστασης, ενώ η Σοβιετική Ένωση διένυε και τυπικά τις τελευταίες μέρες της και το κόμμα προερχόταν από βαριά κρίση και τη διάσπαση, αλλά τον ίδιο μήνα γινόταν το 14ο Συνέδριο της ανασυγκρότησης. Η τελετή ήταν άκρως συγκινητική, ο κόσμος φώναζε συνθήματα για το Στάλιν και τη Σοβιετική Ένωση που έφευγε, ενώ οι οργανώσεις του μ-λ χώρου περίμεναν τη σειρά τους, για να κάνουν αυτοί ξεχωριστό μνημόσυνο στον τάφο του ιστορικού ηγέτη.
Ψηλά τη σημαία (και το φέρετρο) σύντροφοι...

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Συνειρμοί με το 1917

Ο Ραφαηλίδης γράφει κάπου (στην αισθητική του νομίζω) πως ο συνειρμός είναι η πεμπτουσία της τέχνης, αν και δε νομίζω να εννοεί της πολιτικής ή έστω της εξέγερσης. Κι είναι ζητούμενο να κατέχεις και τις προηγούμενες τέσσερις ουσίες, για να έχεις σφαιρική καλλιέργεια. Έτσι κι αλλιώς, οι συνειρμοί τζάμπα είναι, όπως και τα (επαναστατικά) όνειρα, αρκεί να μην καταλήγουν σε εφιάλτες -με μικρό και με κεφαλαίο (και προπαντός με κεφάλαιο)- και να μην εξαντλούνται σε εμπνευσμένες ευχές για... "καλή επανάσταση", όπως την περασμένη πρωτοχρονιά για το 17' (σατανικό), το περασμένο Πάσχα για την (επ)Ανάσταση και βασικά κάθε Πάσχα (σε βαθμό που να θες να πιάσεις τον πρώτο που το σκέφτηκε και το έγραψε, για να του πεις... βασικά τίποτα, τότε ήταν πρωτότυπο και δε φταίει αυτός για τη συνέχεια).
Η εξουσία στη φαντασία. Λες αυτή να είναι η έκτη ουσία μετά την πεμπτουσία και τις άλλες τέσσερις;

Αλλά πάμε στην (πέμπτη) ουσία.
Ξεκινάμε με κάτι εύκολο και ευκοίλιο, σαν τον οπορτουνιστικό χυλό. Ο Τσίπρας είναι ο νέος Κερένσκι (Αλέξη, από εδώ ο Αλεξάντρ), η τελευταία ελπίδα (που ακόμα έρχεται) της αστικής τάξης για να κρατήσει με αριστερό πρόσημο την εξουσία στα χέρια της και σε αυτά του Σύριζα, που είναι χωμένος μες στο βούρκο ως το λαιμό, αλλά πανηγυρίζει γιατί κράτησε τουλάχιστον τα νύχια του καθαρά. Ενώ οι προηγούμενοι...

Ο Τσίπρας, βέβαια, θα ταίριαζε περισσότερο να είναι μενσεβίκος (από τη μειοψηφία των ανανεωτών στη 12η Ολομέλεια το 68' και το 13ο Συνέδριο το 91') κι όχι τρουντοβικος-εσέρος σαν τον Κερένσκι. Αλλά μην αφήνεις μια μικρή λεπτομέρεια να χαλάσει έναν ωραίο συνειρμό.

Ακόμα και το "εσ" (εσωτερικού) θα ταίριαζε πολύ με τους εσ-ερ-ους (από τα αρχικά του κόμματός τους) αλλά πολιτικά ταυτίζεται με τους μενσεβίκους και τη διαχρονική τους διαπίστωση πως δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για επανάσταση και "δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα", που θα μπορούσε να το λέει ο Πλεχάνοφ στην Πετρούπολη το 1905 ή το Δεκέμβρη του 44' και το Μάρτη του 46' στην Ελλάδα.

Φαντάσου δηλαδή τώρα να ήταν στη βαθιά παρανομία το ΣΔΕΚΡ, ο Λένιν κι οι υπόλοιποι στο εξωτερικό, και να έφτιαχναν οι από μέσα το ΣΔΕΚΡ εσωτερικού, γιατί η καθοδήγηση απέξω είναι απομονωμένη από τη ρώσικη πραγματικότητα και δεν μπορεί να ασκήσει το έργο της... Τρέλα.
Ενώ ο "βάλτος", όπως λεγόταν μια ομάδα μεταξύ μενσεβίκων και μπολσεβίκων, θυμίζει πολύ το αντίστοιχο "χάος", που αρνούνταν να πάρει θέση για τη διάσπαση του 68' και ήταν γενικά με την ΕΔΑ...

Αλλά ας δούμε πιο συνοπτικά τη συνέχεια.
Το ρεύμα του νόμιμου μαρξισμού στην προεπαναστατική Ρωσία, που επιδίωκε την απρόσκοπτη ανάπτυξη του καπιταλισμού, προτού τεθεί ζήτημα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού κι επανάστασης, μπορεί να είναι μια πρόδρομη μορφή της ΟΑΚΚΕ. Αν και είναι πολύ διαφορετικό (και πιο γραφικό) να λες σήμερα τα ίδια πράγματα, που εκατό χρόνια πριν μπορεί να φάνταζαν και λογικά.

Η Κόντρα ξεκίνησε για κόμμα, αλλά κατέληξε εφημερίδα -όπου μπορείς να διαγράψεις κάποιον από μέλος της συντακτικής ομάδας, κι όχι της οργάνωσης. Και ψάχνει πώς θα γίνει η "νέα Ίσκρα" για τη συγκρότηση ενός ΣΔΕΚΡ, αλλά έχοντας ανοιχτό μέτωπο στην Ίσκρα του Λαφαζάνη και τις θεωρίες της περί εξάρτησης -ή μάλλον μόνο στο πρώτο, αλλά χωρίς το δεύτερο. Μέχρι τότε, στέκεται θετικά απέναντι στην ατομική τρομοκρατία και απέχει από τις εκλογές για τη Δούμα, όχι από θέση αρχής, αλλά με συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης. Κι είναι από τους λίγους χώρους που δικαιολογούν -εν μέρει- κάπως το χαρακτηρισμό του "αριστεριστή".

Το Ναρ παραπέμπει συνειρμικά στο ιδεολογικό μωσαϊκό των ναρόντνικων (λαϊκιστών) και το Ναρξισμό, που είναι επαναθεμελιωμένος μαρξισμός. Εκεί όπου μια ντουζίνα πλατφόρμες είναι πιο σημαντικές από την πραγματική κίνηση του κινήματος, κι όπου δε διαγράφεται κανείς ποτέ, για να κυλήσει ελεύθερα προς το βούρκο, αν δε βαρεθεί από μόνος του να σπρώχνει και τους υπόλοιπους προς τα εκεί.

Η Ανταρσυα είναι μετωπικό σχήμα που φαντάζεται πως θα διαγράψει το χρέος (με ή χωρίς τη Ζωή, την ΕΛΕ και τους αριστερούς οικονομολόγους) εφαρμόζοντας ένα ευέλικτο μεταβατικό πρόγραμμα, με επικαιροποίηση του συνθήματος για "γη" και "ειρήνη", αλλά χωρίς το "όλη η εξουσία στα σοβιέτ" που είναι για τη Δευτέρα Παρουσία -λες και πίστεψαν ποτέ στην πρώτη. Εκεί η περίφημη αποστροφή του Βλαδίμηρου "πρέπει να χωρίσουμε, για να ενωθούμε" αντιστρέφεται διαλεκτικά: ας ενωθούμε, για να χωρίσουμε, να γίνουμε ενωτικά από δέκα χωριά χωριάτες, και να 'μαστε και μαζί και χώρια (ίδια η στεναχώρια)...

Τέλος, το αριστεροχώρι στο σύνολό του είναι κάτι σαν τη Δυόμιση Διεθνή, που πληγώθηκε από την προδοσία της 2ης, αλλά μισεί θανάσιμα την 3η, και τους μπολσεβίκους.
Κι οι μπολσεβίκοι (Λούκι Λουκ); Πού/ποιοι είναι οι μπολσεβίκοι (πού πήγε ο Λούκι Λουκ);

Αντικειμενικά (κι ανεξάρτητα από τη θέλησή τους) οι διασπάσεις του κόμματος (το 68' και το 91') κι οι οριακές πλειοψηφίες, του χαρίζουν για ιστορικούς λόγους τον τίτλο. Αλλά μένουν ακόμα πολλά, για να κατακτήσει στην πράξη και τη χάρη -εκτός από το όνομα...

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Αλτουσεριανές περιπέτειες του Κεφαλαίου στην Ελλάδα

Ο τίτλος παραφράζει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ, που έχει κι άλλα ενδιαφέροντα κείμενα. Αλλά αυτό του Γιώργου Μαγγανά, ξεχωρίζει -τουλάχιστον για το δικό μου κριτήριο- για το θέμα του, το γλαφυρό ύφος του με την ανεπαίσθητη ειρωνεία που συνδυάζει και την ουσία, και βασικά για το περιεχόμενό του. Καταπιάνεται με το πρόσφατο συνέδριο που διοργάνωσαν οι Θέσεις και το ίδρυμα "Ρόζα Λούξεμπουργκ" (όνομα και μη πράγμα) για τα 150 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ. Και κάνει μια πολυδιάστατη κριτική που πιάνει πολλές πτυχές, από τις υποτιμητικές αναφορές στο ρόλο του Ένγκελς στο δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, μέχρι την αμφισβήτηση της μεταφραστικής δουλειάς του Παναγιώτη Μαυρομάτη.

Εδώ η κε του μπλοκ επιλέγει να αντιγράψει ένα υποκεφάλαιο που αφορά τον πυρήνα της αλτουσεριανής αντίληψης για το Μαρξ και μιας σειράς λανθασμένων συμπερασμάτων και εκτιμήσεων, που απορρέουν από αυτήν. Το υποκεφάλαιο αυτό δεν είναι ακριβώς αυτοτελές, έτσι φροντίζω να υπάρχουν συμπληρωματικές σημειώσεις σε κάποια σημεία, για να διευκρινίζεται το νόημα. Πχ οι ΑΑ, που θα βρείτε παρακάτω δεν είναι "ανώνυμοι αλκοολικοί" αλλά οι αλτουσεριανοί "άλλοι αναγνώστες" του Κεφαλαίου και του έργου του Μαρξ. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο και απαραίτητο να διαβαστεί όλο το άρθρο (και το τεύχος συνολικά δηλαδή) και η αναδημοσίευση των αποσπασμάτων εδώ έχει ως σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να παρακινήσει τον αναγνώστη να προμηθευτεί το τεύχος και να το μελετήσει.

Καλή ανάγνωση.


Στο θεωρητικό πυρήνα της προβληματικής, και παρά κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις, βρίσκεται η κληρονομιά της αλτουσεριανής σχολής, που διαμορφώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ορισμένα κεντρικά στοιχεία της εξαιρετικά σύνθετης εκείνης περιόδου ήταν: Η οξύτατη αντιπαράθεση των δύο κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, με τις συνεχείς επιτυχίες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, με τις ΗΠΑ, ως ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού, να στηρίζουν και να εγκαθιδρύουν στρατιωτικές δικτατορίες, να επεμβαίνουν στρατιωτικά σε σειρά χωρών, να εφαρμόζουν ρατσιστική και αντικομμουνιστική πολιτική στο εσωτερικό τους και να απειλούν με θερμοπυρηνικό ολοκαύτωμα την ανθρωπότητα. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον οπορτουνισμό στο κομμουνιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης και στην οπορτουνιστική στροφή στο ΚΚΣΕ μετά από το 20ό Συνέδριό του, η κυριαρχία της γραμμής περί "ειρηνικής συνύπαρξης" και "κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό", που υιοθετήθηκε από κομμουνιστικά κόμματα, περιλαμβανομένου και το ΚΚ Γαλλίας. Η διάσπαση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και οι ελπίδες που έτρεφαν τμήματα του κινήματος και της διανόησης στην εξέλιξη του σοσιαλισμού στην Κίνα, πριν εκδηλωθούν και γίνουν γνωστά τα ολέθρια κατορθώματα των χουβεϊμπίν της Πολιτιστικής Επανάστασης, που επισφραγίστηκε με τη χειραψία Μάο-Νίξον στο Πεκίνο το 1972, ενώ σοβούσε ο Ψυχρός Πόλεμος.

Ειδικότερα στη Γαλλία βρισκόταν σε εξέλιξη μια επίθεση στο μαρξισμό από το εσωτερικό του Κόμματος, με κύριο εκφραστή τον Ρ. Γκαροντί. Ο Λουί Αλτουσέρ και η ομάδα διανοούμενων που συσπειρώθηκε γύρω του παρουσίασε ένα δικό του θεωρητικό σχήμα, για να τοποθετηθεί απέναντι τόσο στα καλέσματα για συγκερασμό του μαρξισμού με το χριστιανικό ανθρωπισμό και στις υπαρξιστικές περιπλανήσεις, όσο (αν και τότε αυτό δηλωνόταν δειλά, σαν διόρθωση των "στρεβλώσεων της προσωπολατρίας") και στο "δογματικό σταλινικό μαρξισμό", ώστε "να λυγίσει το ραβδί από την άλλη για να το ισιώσει". Γράφτηκαν βιβλία, με πρώτα και γνωστότερα το "Για το Μαρξ" του Αλτουσέρ και το συλλογικό "Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο" των Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ, Εσταμπλέ, Μασερέ και Ρανσιέρ.

Από τα έργα αυτά, και αρκετά που ακολούθησαν, έλκει την καταγωγή της και η σύγχρονη αλτουσεριανής κατεύθυνσης σκέψη, που κυριάρχησε στο Συνέδριο (σ.σ.: για τα 150 χρόνια από την κυκλοφορία του Κεφαλαίου).

Το συγκεκριμένο ρεύμα αυτοκαθορίζεται αρνητικά, ως αυτό που δεν είναι και ως αυτό προς το οποίο αντιτίθεται. Ένα παράδειγμα μας δίνει η αναφορά Π. Σωτήρη στη "μη οικονομίστικη, αντιανθρωπιστική, αντιτελολογική, αντιμεταφυσική θεωρία". Σε άλλες αναφορές τα "μη" και τα "αντί" μπορεί να διαφοροποιούνται και να εμπλουτίζονται ή και να αλλάζουν θέση σε σχέση με το δεύτερο συνδετικό ή το κατηγόρημα. Έτσι, μπορεί να κατασκευαστεί ένας μικρός πίνακας με δύο στήλες -"μη" και "αντί" και όσες γραμμές μπορεί να χρειάζονται για τους κατάλληλους σε κάθε περίσταση συνδυασμούς (μονόπλευρη, μονολιθική, ντετερμινιστική κλπ). Στη συνέχεια θα γίνει, ελπίζουμε, σαφές γιατί το ρεύμα αυτό περιορίστηκε σε αυτόν το θεολογικού τύπου αυτοπροσδιορισμό τού τι δεν είναι, χωρίς να δίνει ένα σαφή θετικό ορισμό της ιδιαιτερότητάς του.

Οι προτάσεις του αλτουσεριανού ρεύματος απορρίπτουν συλλήβδην το νόημα του μαρξισμού ως συνεκτικής θεωρίας για τους νόμους της κίνησης της φύσης και της κοινωνίας. Ο διαλεκτικός υλισμός βαφτίζεται απαξιωτικά "χεγκελιανισμός", η θεωρία της αξίας στηλιτεύεται ως "ρικαρδιανισμός", ο ιστορισμός του μαρξισμού καταδικάζεται ως "τελεολογία' και ο βαθύς ουμανισμός του ως "μεταφυσική". Το ίδιο το έργο των κλασικών του μαρξισμού διασπάται και διαχωρίζεται σε περιόδους και κατά συγγραφείς, όχι για να αναδειχτεί η εξέλιξη, η ωρίμανση, η συνέχεια και τα άλματα στην αποκάλυψη της αλήθειας, η κοινή προσπάθεια και η όσμωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς στο δοσμένο κοινωνικό περιβάλλον της εποχής, αλλά για να απομονωθούν και να αναδειχτούν φράσεις, σκέψεις, που, όταν δεν ανήκουν στον ίδιο το Μαρξ, συχνά λοιδορούνται. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται και αντιπαραβάλλονται αποσπάσματα από κείμενα του Μαρξ, που έχουν υποστεί επιμέλεια, με προγενέστερα χειρόγραφα, που συχνά περιέχουν σκέψεις εργασίας και υποθέσεις που ξεπεράστηκαν και αφέθηκαν αδημοσίευτες από τον ίδιο. Έτσι, το "Κεφάλαιο" είναι αυτό που είναι, γιατί είναι "ανολοκλήρωτο".

Για να θεμελιωθούν τα παραπάνω διατυπώνονται, τις περισσότερες φορές με αποφατικό τρόπο, "ορθές ερμηνείες" όσων αναλύει ο Μαρξ.

Η αξία και η υπεραξία είναι μη μετρήσιμα μεγέθη, είναι "αντίληψη" για την οποία "έχουμε πειστεί μέσω της μυστικοποίησης", έννοιες που ανήκουν στη σφαίρα των ιδεών ή, καλύτερα, της φαντασιακής πρόσληψης της πραγματικότητας, που κατά τους ΑΑ είναι η ιδεολογία -κάθε ιδεολογία. "Συνεπώς", με την εμφάνιση του εμπορεύματος και -ταυτόχρονα- του χρήματος γίνεται πλέον λόγος για καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και για το βαθμό ανάπτυξής του στους αιώνες των αιώνων.

Η διαδοχή των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών απορρίπτεται, "άρα" η γενίκευση της εμπορευματικής σχέσης και η επικράτηση του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού είναι θέμα "τυχαιότητας", τρόπου και στιγμής "συνάντησης" του δυνάμει εργάτη -προγραμμένου προλετάριου με το προαιώνιο κεφάλαιο, διαδικασία που, κατ' αυτόν τον τρόπο, υποτίθεται πως περιγράφει ο Μαρξ στο 24ο κεφάλαιο για τη "λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση". Ο καπιταλισμός δεν αποτελεί ιστορικό, δηλαδή παροδικό, στάδιο της εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά αποτέλεσμα σύμπτωσης πληθώρας προϋπαρχουσών περιστάσεων, που επέτρεψαν τη συγκεκριμένη διάταξη των δομών που ονομάζεται "καπιταλισμός".

Αντίστοιχα, οι σχέσεις ιδιοκτησίας δεν μπορούν να εξετάζονται ως κομβικό ζήτημα των σχέσεων παραγωγής, γιατί υπεισέρχεται το ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής, όπως για παράδειγμα στην κλασική δουλοκτητική κοινωνία, όπου, "σύμφωνα με τον Άντερσον, οι δούλοι κατείχαν τα μέσα παραγωγής στην ύπαιθρο, ενώ οι δουλοκτήτες διαβίωναν στο άστυ, απολαμβάνοντας το υπερπροϊόν" (εισήγηση Γ. Μηλιού). Το ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής αφορά την εσωτερική αναγκαιότητα αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής. Όσο ο τελευταίος εξελίσσεται, εξελίσσονται και οι θεσμικές μορφές της ιδιοκτησίας, που εκφράζουν στο εποικοδόμημα τις οικονομικές σχέσεις και, προφανώς, το περιεχόμενο των σχέσεων - η κατοχή των μέσων παραγωγής δεν ταυτίζεται με τη μορφή που παίρνει στη συνείδηση. Ο εργάτης-ιδιοκτήτης μετοχών του εργοστασίου όπου δουλεύει δεν κατέχει τον τόρνο πάνω στον οποίο μόνο αυτός εργάζεται, γιατί δε νέμεται το προϊόν της εργασίας του που πραγματοποιείται πάνω σε αυτόν τον τόρνο. Το πρόβλημα συνίσταται στην αναγκαία μορφή "συνάντησης" εργάτη - μέσων παραγωγής, που επιβάλλει τη συγκεκριμένη θεσμική μορφή και όχι το αντίστροφο. Αν εκεί αποσκοπεί η αναφορά, τότε έχει σίγουρα θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον, που ξεφεύγει από τα όρια της νομικής επιστήμης.

Σε ό,τι αφορά τους δούλους, θα σημειώναμε μια ανακρίβεια της παραπάνω διατύπωσης: Οι δούλοι ούτε κατείχαν, ούτε νέμονταν τίποτα, και αυτό ισχύει στο μέγιστο βαθμό εάν γίνει λόγος για τη γη, που στη δουλοκτησία ήταν το βασικό μέσο παραγωγής. Πώς θα μπορούσαν οι δούλοι να "κατέχουν τις τσέπες τους" ή μέρος του προϊόντος, όταν δεν κατείχαν τα ίδια τους τα χέρια; Θα μπορούσαμε κατ'α αναλογία να πούμε ότι τα ζώα εργασίας κατέχουν τις οπλές τους. Μια τέτοια πραγματιστική-τεχνολογική αντιμετώπιση των εργαλείων, των μέσων παραγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Έτσι, όταν ο Μαρξ μιλά για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έρχονται σε σύγκρουση με τις σχέσεις παραγωγής, γίνεται "οικονομιστής" και, όταν μιλά για διαδοχή σχηματισμών, γίνεται ιστορικιστής και τελεολόγος, δηλαδή μεταφυσικός, και στους ΑΑ που το αποκάλυψαν λαχαίνει ο κλήρος να ξαναγράψουν το "Κεφάλαιο" ή "κάτι παρόμοιο", που θα παίρνει, επιτέλους, υπόψη τις ανάγκες των εργατών και, ιδιαίτερα των γυναικών, παιδιών και λοιπών "απόντων" από τις σελίδες του πρωτότυπου έργου.

Και αυτοί οι ισχυρισμοί προβάλλονται, όταν οι Μαρξ και Ένγκελς από κοινού είχαν, από το 1846 ήδη, ξεκαθαρίσει τη θέση τους: "Η Ιστορία είναι απλώς η διαδοχή ξεχωριστών γενιών, που καθεμιά τους εκμεταλλεύεται τα υλικά, τα κεφάλαια, τις παραγωγικές δυνάμεις που της παραδόθηκαν απ' όλες τις προηγούμενες γενιές, και έτσι από τη μια μεριά συνεχίζει την παραδοσιακή δραστηριότητα μέσα σε τελείως αλλαγμένες συνθήκες και, από την άλλη, μεταβάλλει τις παλιές περιστάσεις με μια τελείως αλλαγμένη δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να διαστρεβλωθεί θεωρητικά έτσι, που η κατοπινή ιστορία να γίνεται ο σκοπός της προηγούμενης ιστορίας... ενώ αυτό που σημαίνουν οι λέξεις "προορισμός", "σκοπός", "σπέρμα" ή "ιδέα" της παλιότερης ιστορίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αφαίρεση δημιουργημένη από την κατοπινή ιστορία, μια αφαίρεση της δραστήριας επίδρασης, που η παλιότερη ιστορία ασκεί πάνω στην κατοπινή ιστορία".

Οι "απορίες" (σ.σ.: αδιέξοδα) στο "Κεφάλαιο" του Μαρξ οφείλονται στις χεγκελιανές επιρροές στο έργο του. Αυτό το θέμα το ανέδειξε ο Αλτουσέρ και από τότε αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς για όσους ακολουθούν τη σκέψη του. Ένα ενδιαφέρον σχετικό σημείο είναι ότι ο ίδιος ο Αλτουσέρ, στο "Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο", ονοματίζει δύο εξέχοντες Σοβιετικούς φιλοσόφους, το Ρόζενταλ και τον Ιλιένκοφ, χωρίς να αναφέρεται σε συμπεράσματα των μελετών τους (πέρα από μια ασαφή αναφορά στις "κακές αφαιρέσεις"). Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι μια τόσο φτωχή αναφορά (αν όχι γνώση) του θεωρητικού έργου της σοβιετικής επιστήμης είναι αρκετή για μια "κριτική του σταλινισμού" σε επίπεδο θεωρίας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι δε θίγονται, ούτε βέβαια αντικρούονται τα επιχειρήματα πλειάδας φιλοσόφων για τη μέθοδο, τη συνοχή, τη σημασία και τα συμπεράσματα του "Κεφαλαίου". (Δεν αναφέρεται για παράδειγμα το έργο Νταβίντ Ρόζενμπεργκ "Σχόλια στο Κεφάλαιο του Μαρξ" που με πολυάριθμες εκδόσεις αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς για τους μελετητές του "Κεφαλαίου" στην ΕΣΣΔ και πολλές ακόμα χώρες).

Αντίθετα, ο Αλτουσέρ, στην απολύτως διδακτική συνέντεξή του "Μια φιλοσοφία για το μαρξισμό: Η γραμμή του Δημοκρίτου", που αποφύγαμε επιμελώς να προτάξουμε, γιατί κάθε δικό μας επιχείρημα θα περίττευε, σημειώνει: "Ήθελα να παρέμβω στη Γαλλία, στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου ήμουν μέλος από το 1948, για να αγωνιστώ εναντίον του θριαμβεύοντος τότε σταλινισμού και των καταστροφικών του συνεπειών στην πολιτική του κόμματός μου. Τότε λοιπόν, δεν είχα άλλη επιλογή: Αν είχα μια δημόσια παρέμβαση στην πολιτική του Κόμματος, το οποίο αρνείτο να δημοσιεύσει ακόμα και τα φιλοσοφικά μου κείμενα (Για το Μαρξ), επειδή αυτά κρίνονταν αιρετικά και επικίνδυνα, τουλάχιστον μέχρι το 1970, θα είχα διαγραφεί και περιθωριοποιηθεί αμέσως, χωρίς δυνατότητα άσκησης καμιάς επιρροής στο Κόμμα... ήθελα να εγκαταλείψουμε τις αδιανόητες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού, τη "diamat", που κυριαρχούσε ως απόλυτος άρχων σε όλα τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα.. θεωρούσα επιτακτικό να παραιτηθούμε από τον υλιστικό μονισμό και τους παγκόσμιους διαλεκτικούς νόμους του: Μια ολέθρια μεταφυσική σύλληψη της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που είχε υποκαταστήσει το "Πνεύμα" και την "Απόλυτη Ιδέα" του Χέγκελ με την "ύλη". Δε νομίζω ότι υπερβάλλουμε αν πούμε ότι η πολιτική στρατηγική του Στάλιν και όλη η τραγωδία του σταλινισμού θεμελιώθηκαν εν μέρει στο "διαλεκτικό υλισμό", το φιλοσοφικό τερατούργημα που αποσκοπούσε να δικαιώσει την εξουσία και να της προσφέρει μια θεωρητική εγγύηση, καθώς η εξουσία επιβαλλόταν στη διανόηση".

Και μετά από μια μικρή ιστορία κατασκοπίας, για το πώς τον παρακολουθούσαν οι νεολαίοι του Κόμματος, συνεχίζει: "Όσον αφορά εμάς, σκεφτήκαμε ότι δεν είχε προσωπική αντίληψη της φιλοσοφίας που ήταν παρούσα στην έρευνά του. Είναι αυτό που επιχειρήσαμε να κάνουμε, όταν προτείναμε να δώσουμε στο Μαρξ μια φιλοσοφία που θα επέτρεπε την κατανόησή του: Τη φιλοσοφία του "Κεφαλαίου", της οικονομικής, πολιτικής και ιστορικής του σκέψης. Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο χάσαμε το στόχο μας, στο βαθμό που δε δώσαμε στο Μαρξ τη φιλοσοφία που ταίριαζε καλύτερα στο έργο του. Του δώσαμε μια φιλοσοφία που χαρακτηριζόταν από την "ατμόσφαιρα της εποχής", μια ατμόσφαιρα μπασελαριανής (σ.σ.: Μπασελάρ, Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης, καθηγητής του εικοστού αιώνα) και στρουκτουραλιστικής έμπνευσης, η οποία, ακόμα και αν συνεκτιμά μια σειρά όψεων της σκέψης του Μαρξ, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να αποκληθεί μαρξιστική φιλοσοφία. Είχαμε κατασκευάσει μια "φανταστική" φιλοσοφία για τον Μαρξ, μια φιλοσοφία που δεν υπήρχε στο έργο του -αν μείνει κανείς αυστηρά στο γράμμα των κειμένων του.

Στη συνέντευξή του ο Αλτουσέρ μας διαβεβαιώνει ότι: "Ο Μαρξ δε χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο 'διαλεκτικός υλισμός', αυτόν τον 'κίτρινο λογάριθμο', όπως του άρεσε να αποκαλεί τους θεωρητικούς παραλογισμούς. Αυτός που, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, βάπτισε το μαρξιστικό υλισμό με το όνομα του διαλεκτικού υλισμού ήταν βέβαια ο Ένγκελς. Ο Μαρξ δεν ευτύχησε να γράψει πάνω από μια εικοσαριά σελίδες για τη διαλεκτική. Ό,τι γνωρίζουμε σχετικά με τη θέση του Μαρξ για το ζήτημα (πέραν του διαλεκτικού παιγνιδιού των εννοιών της θεωρίας της εργασιακής αξίας) περιέχεται σ' αυτήν την ωραία φράση: Η διαλεκτική, η οποία τις περισσότερες φορές υπηρέτησε τις κατεστημένες εξουσίες, είναι επίσης κριτική και επαναστατική". Ωστόσο, η πρόταση σε εισαγωγικά δεν ανήκει στο Μαρξ, αλλά στη στρεβλή αντίληψη του Αλτουσέρ για το Μαρξ, που στην πραγματικότητα γράφει: "Με τη μυστικιστική της μορφή η διαλεκτική έγινε γερμανική μόδα, γιατί φαινόταν σα να εξυμνεί αυτό που υπάρχει. Με τη λογική της μορφή είναι για τους αστούς και για τους δογματικούς ιδεολόγους τους σκάνδαλο και φρίκη, γιατί στη θετική αντίληψη αυτού που υπάρχει, περικλείνει ταυτόχρονα και την αντίληψη της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του, γιατί αντιλαμβάνεται κάθε συντελεσμένη μορφή μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως την αντιλαμβάνεται και από την παροδική της πλευρά, γιατί τίποτε δεν μπορεί να της επιβληθεί και γιατί στην ουσία της είναι κριτική και επαναστατική". Ο υλισμός, που, κατά τον Αλτουσέρ, ως όρος δε βρέθηκε ποτέ δίπλα με τη διαλεκτική, παύει, σύμφωνα με το Μαρξ, να είναι "αφηρημένα φυσικοεπιστημονικός υλισμός", γίνεται "η μοναδικά υλιστική και επομένως επιστημονική μέθοδος", όταν "δεν αποκλείει το ιστορικό προτσές" και "από τις κάθε φορά πραγματικές συνθήκες ζωής... συνάγει... τις μορφές τους".

Όπως σημειώνει ο Μ. Ρόζενταλ, τον οποίο ο Αλτουσέρ απλώς κατονομάζει, "πριν το Μαρξ, η υλιστική φιλοσοφία δεν μπορούσε να δώσει μια επιστημονική απάντηση στα ζητήματα αυτά (σ.σ.: της θεωρίας της γνώσης), εξαιτίας του μεταφυσικού χαρακτήρα της. Μονάχα η εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού μπόρεσε να δώσει στη γνωσιοθεωρία ένα πραγματικό επιστημονικό θεμέλιο". Και ο μη κατονομαζόμενος Ν. Ρόζενμπεργκ: "Ο Μαρξ δεν ήταν μόνο διαλεκτικός αλλά και υλιστής. Η μέθοδός του είναι η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού. Στο Μαρξ η διαλεκτική αποκτά ορθολογική έννοια ακριβώς επειδή γίνεται υλιστική".

Και ο Αλτουσέρ καταλήγει προτείνοντας το δικό του "κίτρινο λογάριθμο", έναν "υλισμό της συνάντησης, της τυχαιότητας (σ.σ.: δες και το σημείο για την εμφάνιση των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών), με δυο λόγια του στοχαστικού, ο οποίος αντιτίθεται ακόμα και στους υλισμούς που είναι αναγνωρισμένοι ως τέτοιοι, συμπεριλαμβανομένου αυτού που γενικά αποδίδεται στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ο οποίος, όπως κάθε υλισμός της ορθολογιστικής παράδοσης είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, δηλαδή μια μεταμφιεσμένη μορφή ιδεαλισμού".

Έτσι, ξεκαθαρίζεται ότι στη θέση του διαλεκτικού υλισμού μπαίνει ο στρουκτουραλισμός, στη θέση της θεωρίας της γνώσης ο θετικισμός της επιστημολογίας, στη θέση της αντανάκλασης "η κατασκευή εννοιών και η παραγωγή γνώσης", απωθώντας και φιλοδοξώντας να καταλάβει το χώρο του diamat, αφού "στη φιλοσοφία δεν υπάρχει κενός χώρος".

Αντί απάντησης, θα δανειστούμε έναν περιεκτικό χαρακτηρισμό της διαλεκτικής του Μαρξ, που ανήκει στο Σοβιετικό φιλόσοφο Βίκτορ Βαζιούλιν: "Η ριζική καινοτομία της λογικής του "Κεφαλαίου" έγκειται στην αποκάλυψη της λογικής της άρνησης του αντικειμένου από την ανάπτυξη αυτού του ίδιου του αντικειμένου. Από αυτή την προσέγγιση ολόκληρο το κεφάλαιο προβάλλει από τη σκοπιά της ωρίμανσης και απεικονίζεται με τις κατηγορίες της άμεσης γνώσης (της ποσότητας, της ποιότητας και του μέτρου)... Ο Μαρξ, σε αντιδιαστολή με το Χέγκελ, αποκαλύπτει τον ιστορικά παροδικό και ποιοτικά προσδιορισμένο χαρακτήρα της ουσίας του αντικειμένου, τον τρόπο με τον οποίο μια ορισμένη ουσία αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό της... Κατ' αυτόν τον τρόπο, "η ανάπτυξη των αντιφάσεων μιας ιστορικής μορφής παραγωγής αποτελεί το μοναδικό ιστορικό δρόμο της διάλυσής της και του σχηματισμού μιας νέας". Αυτή είναι συνοπτικά η λογική της ωρίμανσης των αντικειμενικών όρων της σοσιαλιστικής επανάστασης".
(Β. Βαζιούλιν - Το πρόβλημα της αντίφασης στο Κεφάλαιο του Κ. Μαρξ. Βλέπε επίσης του ίδιου: "Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο Κεφάλαιο του Μαρξ" - Περιοδικό Επιστημονική Σκέψη).

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Αρκεί να μην είναι ΚΚΕ

Πριν από δύο χρόνια, συμπληρώνονταν πενήντα χρόνια από τα Ιουλιανά και ο κυριακάτικος Ρίζος είχε δημοσιεύσει ένα σπάνιο και συγκλονιστικό φωτογραφικό ντοκουμέντο, που παραδόθηκε από μια σφισσα στο ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ, με το χτυπημένο Σωτήρη Πέτρουλα να ψυχορραγεί στα χέρια ενός διαδηλωτή, που βρέθηκε δίπλα του. Λίγες μέρες αργότερα, η κε του μπλοκ είχε ετοιμάσει ένα σχετικό θέμα, με κάποιες πληροφορίες για τον άλλο διαδηλωτή που απαθανατίζεται να κρατάει τον Πέτρουλα (έντιμο στοιχείο της Ένωσης Κέντρου και μετέπειτα του ΠαΣοΚ), σε μια σελίδα που τώρα φυτοζωεί στα χέρια του καπηλευτή της, σαν άταφος νεκρός, και δε χρειάζεται να της δίνουμε κλικ, χωρίς λόγο. Το θέμα κυκλοφόρησε σε ένα δικό μας περιορισμένο μικρόκοσμο, χωρίς να πάρει πολύ μεγάλη έκταση.

Λίγες μέρες πριν, στην επέτειο της δολοφονίας του Πέτρουλα, και δύο χρόνια μετά από εκείνον τον Ιούλιο -όταν κάποιοι έπεσαν σε κατάθλιψη διαρκείας, που κρατάει μέχρι σήμερα- μια ιστοσελίδα που απευθύνεται στο ευρύτερο βαρυπενθούν αριστεροχώρι και κυκλοφορεί ως ένθετο με το "Δρόμο της Αριστεράς" (αλήθεια τι να γίνεται η μαοϊκή ψυχή της ΚΟΕ;), πήρε αυτούσιο εκείνο το δημοσίευμα του Ρίζου, χωρίς να προσθέσει το παραμικρό, και κατάφερε να το κάνει viral, με θερμές αντιδράσεις για το ιστορικό ντοκουμέντο που... "έφερε στο φως".

Δεν το αναφέρω με παράπονο (δυστυχώς έτσι λειτουργεί το διαδίκτυο), αλλά ως διαπίστωση. Το ευρύ κοινό μπορεί να ενθουσιαστεί με κάτι που είναι σχετικό με το ΚΚΕ (ή το αρχείο του ή την ιστορία του ή κάποια δράση του ή κάποιο μέλος, στέλεχός του ή... ή... ή...), αρκεί να μην το αναφέρει το ίδιο του κόμμα, να μην το προβάλουν τα δικά του μέσα-όργανα, και τέλος πάντων να αποσυνδεθεί με κάποιον τρόπο απ' αυτό, κι αν είναι δυνατόν να μπει αντιπαραθετικά προς αυτό (τόσο το καλύτερο σε αυτήν την περίπτωση).

Τα αντανακλαστικά που δημιουργεί σε μια μερίδα (θεωρούμενου κι αυτοαποκαλούμενου) προοδευτικού κόσμου αυτό το κόμμα είναι: α) σε αδιανόητο βαθμό αρνητικά, β) μεθοδικά και συστηματικά καλλιεργημένα, γ) σχεδόν εξαρτημένα (κι ούτε καν ενδιάμεσα ή ουδέτερα) και δ) στα όρια του αντικομμουνισμού. Κι η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει ιδιαίτερα με το αντεπιχείρημα πως η αντιπαράθεση στο ΚΚΕ δεν ταυτίζεται με τον αντικομμουνισμό, εφόσον αυτός απορρέει ακριβώς από το είδος της πολεμικής και τον τρόπο που γίνεται, με εντυπωσιακές ομοιότητες προς τους κατεξοχήν πολιτικούς φορείς του ωμού και χυδαίου αντικομμουνισμού.

Κατ' επέκταση, όποιος σταμπάρεται ως "κουκουές", αντιμετωπίζει ένα τείχος προκατάληψης και κρίνεται με βάση αυτήν. Σπανίως μπορεί να το υπερβεί και να απευθυνθεί με ίσους όρους σε αυτό το κοινό, που θεωρητικά είναι κοντά μας και συμφωνεί σε κάποια βασικά ζητήματα, όπως το ρατσισμό, το κοινωνικό κράτος -αν και τελικά, δεν είναι τόσο απλό, όσο φαίνεται με μια πρώτη ανάγνωση. Οι εξαιρέσεις Κουκουέδων με ευρύτερη απήχηση, που επιβεβαιώνουν το γενικό κανόνα, είναι μάλλον μετρημένες στα δάχτυλα: τα σκίτσα του Ζάχαρη, κάποια κείμενα του Μπογιόπουλου -ιδίως από τη στιγμή που δεν αρθρογραφεί στο Ριζοσπάστη- και τελευταία ο Πελετίδης.

Ότι ο "Πέλε" είναι μια συμπαθέστατη φυσιογνωμία με ευρύτερη απήχηση, μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εύκολα από τα ποσοστά του κόμματος στην Πάτρα, είτε στις εθνικές εκλογές, είτε ακόμα πιο εμφατικά στις Περιφερειακές Εκλογές, που διεξάγονται την ίδια ακριβώς μέρα με τις δημοτικές αλλά παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση. Ή κι από απλές, αυθόρμητες εκδηλώσεις του κόσμου, όπως αυτό το τιτίβισμα του -κάθε άλλο παρά δικού μας- Νίκου Παπαδογιάννη (της γνωστής πορτοκαλί μασονίας των μπασκετικών δημοσιογράφων), που αναρωτιέται αν έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν Πελετίδη οι δημότες άλλων πόλεων...

Δε μιλάμε όμως για αυθόρμητες εκδηλώσεις κι ανυποψίαστους.
Στην περίπτωση των Συριζαίων που ενθουσιάζονται προς στιγμήν με την εναντίωση του Πελετίδη στο "φιλανθρωπικό χάπενινγκ" του Πατούλη και του Σκάι, επικρατεί η λογική "ό,τι δεν μπορείς να πολεμήσεις -και το έκαναν βρώμικα και επίμονα- αγάπησέ το", αλλά περίμενέ το στη γωνία για να το χτυπήσεις στην πρώτη στραβή.

Στην περίπτωση του αριστεροχωρίου, υπάρχει ένας αφηρημένος ενθουσιασμός, που φλερτάρει με τον ψυχικό διπολισμό και συμπυκνώνεται στη λογική: "ο Πελετίδης τα σπάει, αλλά το Κουκουέ μου την σπάει". Η οποία αποκόπτει το πρόσωπο από το σύνολο που τον ανέδειξε και το πολιτικό στίγμα του, για να τον εκθειάσει ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την πολιτική του ιδιότητα, και να καταλήξει στο μικροαστικό κλισέ κριτήριο: "τα πρόσωπα έχουν σημασία" -πάνω από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.

Παρεμπιπτόντως, αυτήν ακριβώς τη λογική στηλίτευε οργισμένος ο Πελετίδης στο προηγούμενο Δημοτικό Συμβούλιο, αναφερόμενος στα αντιπολιτευτικά τερτίπια των "ανεξάρτητων υποψήφιων" που είναι με το χωροφύλακα, τον αστυφύλακα, την κυβέρνηση, αλλά... πάνω από όλα με τον αγώνα!

Για να κλείσουμε, όπως αρχίσαμε: μια είδηση από τον 902 για τις δράσεις της δημοτικής αρχής της Πάτρας θα πάει άπατη στις... διαδικτυακές αγορές, ακόμα κι αν την προωθήσουν συντονισμένα όσοι σφοι έχουν παρουσία στα social media. Η ίδια είδηση για τον Πελετίδη -σαν πρόσωπο πάντα- από ένα μέσο του αριστεροχωρίου έχει πολύ καλές πιθανότητες να γίνει viral, σαν τη φωτογραφία του Πέτρουλα.

Βλέπεις Νίκας; Είναι καλό.
Βλέπεις Κουκουέ; Κάπου βρωμάει η δουλειά... Πιάσε τη μύτη σου και σήκωσέ την ψηλά, αριστοκρατικά, με περιφρόνηση για τους δογματικούς παλαιοημερολογίτες. Κι αν βρεθείς στην ανάγκη να παραδεχτείς και να προβάλεις κάποιον από αυτούς, φρόντισε να το κάνεις μακριά από κόμματα, καλούπια και πολιτικές ταυτότητες (όπως τότε, στις πλατείες). Αν μάλιστα μπορείς να φέρεις το συγκεκριμένο πρόσωπο σε αντιπαράθεση με το κόμμα του, τόσο το καλύτερο. Η περίπτωση του Μπογιό -που έχει δώσει κι αυτός βέβαια μερικά πατήματα- είναι χαρακτηριστική. Και είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσουν τα λατρεμένα κλισέ "βάλτε τον Πελετίδη ΓΓ να ξεκολλήσετε από το 5%. Αλλά δεν το κάνετε γιατί φοβάστε να κυβερνήσετε..."

Υγ: όλα τα παραπάνω αφορούν τα εμπόδια και τις δυνατότητες στο δικό μας μαζικό άνοιγμα. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης...

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Η τέχνη της πολιτικής

Συνειρμοί και σκέψεις για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Γιατί αν δε φροντίζουμε διαρκώς για την προσωπική μας καλλιέργεια, πώς θα κατακτήσουμε στο ψηλότερο επίπεδο την τέχνη της πολιτικής; (Αναπόφευκτα κάποια σημεία μπορεί να επαναλαμβάνονται και να υπάρχουν μερικές επικαλύψεις με το προηγούμενο κείμενο για τα κόκκινα αγγούρια και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό).

Το καλλιτεχνικό έργο δεν πρέπει να είναι διδακτικό και οφείλει να κρύβει την πρόθεσή του ή τουλάχιστον να μην τη βγάζει εξ αρχής στην επιφάνεια, μασημένη τροφή, αλλά να αφήνει το κοινό να τη μασήσει και να την εγκολπώσει από μόνο του, από το περιεχόμενο του έργου και την ίδια την πείρα του, όπως θα λέγαμε στην πολιτική. Άλλο να στοχεύεις στο μυαλό του θεατή και άλλο να του πετάς τα νοήματα κατά πρόσωπο (στη μάπα) για να το πετύχεις.

Το πολιτικό άνοιγμα δεν πρέπει να ρίχνει εξ αρχής όλη την πληροφορία και τη στρατηγική πρόταση ως προπαιτούμενο, ούτε όμως να κρύβει την πρόθεση και το στίγμα του, για να γίνει πιο εμπορικό και να αποκτήσει ευρύτερο ακροατήριο, κατεβάζοντας τον πήχη. Κι εδώ μπαίνει το κομβικό ζήτημα της λαϊκότητας.

Λαϊκό -στην τέχνη και γενικότερα- δεν είναι απαραίτητα αυτό που γίνεται αντιληπτό από τις μάζες, που -πέρα από το γενικό επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και το σχολείο της αγωνιστικής πείρας, που διαμορφώνει μαζικά συνειδήσεις- επηρεάζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία και ενσωματώνουν πολλά αστικά κριτήρια, και στην κουλτούρα αλλά και στην πολιτική σκέψη τους.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν θα πούμε πολλά ή λίγα σε ένα έργο ή ένα σύνθημα, αν θα είναι απλό, διεκδικητικό (ρεφορμιστικό, οικονομικού χαρακτήρα) ή μαξιμαλιστικό. Αλλά να πέφτει στο επίπεδο της μέσης συνείδησης, αποκλειστικά και μόνο για να την εξυψώσει και να της δείξει καινούριους δρόμους.

Το ζητούμενο παραμένει πώς να έχουμε επαναστατική δράση και συνείδηση σε μη επαναστατικές συνθήκες, κατά αντιστοιχία της δυσκολίας του καθήκοντος να αναπτυχθούν έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ενώ δε ζούμε σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Κι όπως ακριβώς απορούμε, γιατί δε συγκινούνται πολλοί καλλιτέχνες από τα κελεύσματα των καιρών, που είναι γεμάτοι ενδιαφέροντα ερεθίσματα, περιμένοντας κάποιον να εκφράσει το πνεύμα τους από ταξική σκοπιά, παρομοίως αναρωτιόμαστε γιατί δεν αντιδρά μαζικά ο κόσμος σε αυτήν την κατάσταση, που θα δικαιολογούσε (και θα απαιτούσε) μια πιο δυναμική εκδήλωση της συσσωρευμένης οργής και δυσαρέσκειας.

Και στα δύο ερωτήματα, το κλειδί είναι το ίδιο, αφού η τέχνη επηρεάζεται άμεσα από τον κοινωνικό συσχετισμό. Ένα πιο δυνατό λαϊκό κίνημα θα ενέπνεε περισσότερους καλλιτέχνες και θα έβγαζε πιο αξιόλογες και διαχρονικές δουλειές. Ενώ το πολιτικό τραγούδι της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής περιόδου δεν ήταν απλά "το τραγούδι της ήττας" αλλά έκφραση μιας ιδεολογικής υπεροχής και διέξοδος για ένα κίνημα που, αν και ηττημένο, παρέμενε ζωντανό, ισχυρό και επικίνδυνο, καθώς μεταξύ άλλων τρεφόταν από τις νωπές ιστορικές μνήμες ηρωικών αγώνων.

Όσο για το ερώτημα, αν μπορεί κάποιος να δημιουργήσει "κατά λάθος" έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, χωρίς να έχει αφομοιώσει πλήρως και δημιουργικά τις αρχές του μαρξισμού, μοιάζει ίσως με το ερώτημα αν μπορεί ο λαός να κάνει "κατά λάθος επανάσταση" χωρίς να έχει κατακτήσει τις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού. Κι η δική μου απάντηση θα ήταν κάπως κεντριστική, γιατί η επαναστατική συνείδηση δεν μπορεί να διαμορφωθεί πλήρως πριν την επανάσταση, παρά μόνο κατά τη διάρκειά της (και ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη της). Δε θα μπορούσε όμως να φτάσει κατά λάθος στην επανάσταση, αν δεν είχε έρθει σε όσμωση με τις επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες -με την εξαίρεση ίσως των Κουβανών, που τις συνάντησαν αντικειμενικά στην πορεία.

Η στρατευμένη τέχνη πάντως δεν αρκεί να είναι στρατευμένη. Χρειάζεται να είναι και τέχνη, να έχει αυτοτελή αξία και κάτι σημαντικό να πει. Αλλιώς καταλήγει σε διάφορες μορφές κόκκινων αγγουριών, τα οποία δυστυχώς ευδοκιμούν και στις μέρες μας, σε διάφορα καλλιτεχνικά είδη, αν και κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις καλές κι αγαθές πολιτικές τους προθέσεις. Κάτι που ισχύει και για ορισμένα πολιτικά στελέχη, που αναδεικνύει κατά καιρούς το κομμουνιστικό κίνημα.

Η μορφή δεν είναι κάτι εξωτερικό κι άσχετο προς την ουσία, αλλά ο σκελετός στον οποίο χτίζεται και διαμορφώνεται το περιεχόμενο. Συνεπώς είναι εγκληματικό να αδιαφορούμε για τον έναν από τους δύο πόλους αυτής της διαλεκτικής σχέσης, όπως είναι λάθος να τον απολυτοποιούμε και να τον ανάγουμε σε κυριο.

Κάθε περιεχόμενο, κάθε ωραίο, υψηλό νόημα (όπως η επανάσταση) χρειάζεται και την αντίστοιχη, κατάλληλη μορφή για να μεταδοθεί. Κι αυτές οι μορφές -αλλά και το περιεχόμενο- οφείλουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και παράλληλα να εξελίσσονται κι οι ίδιες, αναζητώντας διαρκώς το καινούριο, το ζωντανό, που πιάνει το σφυγμό της εποχής, χωρίς να οχυρώνονται δογματικά σε παλιές φόρμουλες και σχήματα που θριάμβευσαν στον καιρό τους. Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούν και να απορρίπτουν, με ελαφριά καρδιά, τις κλασικές, παραδοσιακές φόρμες, απλά και μόνο για να καινοτομήσουν και να νιώσουν (πολιτικές ή καλλιτεχνικές) πρωτοπορίες, που ξεκόβουν από τις μάζες. Η άρνηση του παρελθόντος πρέπει να είναι διαλεκτική, αξιοποιώντας τα καλύτερα και τα πιο διαχρονικά από τα παλιά στοιχεία, μετασχηματισμένα στο παρόν. Αλλιώς είναι ένα μετέωρο βήμα στο κενό, χωρίς παρόν και μέλλον.

Όσο για το δίπολο "εθνικό-παγκόσμιο", ασφαλώς η συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης σε μια χώρα, επιτάσσει να χτίσουμε την κοινωνία του μέλλοντος και το καλλιτεχνικό της εποικοδόμημα στις συγκεκριμένες συνθήκες, ιδιομορφίες και δυνατότητες του τόπου που μας έλαχε, για να πλουτίσουμε με τον πλούτο του, την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Κι αλίμονο αν δεν ήταν έτσι. Αλίμονο, όμως, αν αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσχημα, για να απαρνηθούμε τις γενικές νομοτέλειες και αξίες που διέπουν κάθε επαναστατικό προτσές και απόπειρας οικοδόμησης του νέου κόσμου. Όπως έγινε δηλ σε μεγάλο βαθμό με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και την επίκληση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων ως όχημα για τη ρήξη με το "σοβιετικό μοντέλο" και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Το καλύτερο ΠΑΣΟΚ που είχαμε ποτέ

Συνοψίζοντας τις δικαστικές αποφάσεις του τελευταίου διαστήματος (από εφετεία και Άρειο Πάγο μέχρι το δικαστήριο της ΕΕ), καταλήγουμε διαδοχικά στα εξής συμπεράσματα: η απληρωσιά και η καθυστέρηση καταβολής μισθών δε συνιστά επιβλαβή μεταβολή των όρων της σύμβασης σε βάρος του εργαζόμενου. Εδώ κανονικά θα κολλούσαν οι στίχοι από τη σύμβαση του Τσακνή, που γυρίζει πότε έτσι, πότε αλλιώς, αλλά πάντα εις βάρος του συμβασιούχου που την υπέγραψε και δεν μπορεί να της ξεφύγει. Εκτός κι αν είσαι ο Τσακνής κι έχεις τη σύμβασή σου στην ΕΡΤ, οπότε βγάζεις ένα σκασμό λεφτά και ένα εκκωφαντικό "σκασμός" στη Ραχήλ και στα αγαθά έργα της κυβέρνησης.

Κολλάει επίσης κι η άλλη δικαστική απόφαση, που δε θεωρεί επιβλαβή τη φυλάκιση για την υγεία κάποιου, ούτε για το διδακτορικό του, αφού η φυλακή είναι μεγάλο σχολείο, σου μαθαίνει πολλά και βασικά σου στρώνει χαρακτήρα -να τα λέμε κι αυτά.

Αν τώρα μένεις απλήρωτος για πολλούς μήνες και θεωρείς πως η επίσχεση εργασίας είναι μια καλή πρώτη κίνηση, μπορείς να σκεφτείς κατευθείαν τη δεύτερη, γιατί οδεύει προς κατάργηση. Σα να σου λέει η απόφαση, όποιος θέλει να αντιδράσει, ας απεργήσει, χωρίς μεσοβέζικες κινήσεις, που κάποιοι πούροι, ντούροι αγωνιστές (συνήθως εντός εισαγωγικών) τις βρίσκουν πιο βολικές από μια απεργία (διαρκείας ή μη). Πού να εκτίθεσαι τώρα, αντί να κινείσαι εκ του ασφαλούς...
Στην πραγματικότητα, η δικαιοσύνη φροντίζει για το αγωνιστικό φρόνημα του εργατικού κινήματος.

Μην ανησυχείς βέβαια, φίλε απεργοσπάστη, γιατί κι η απεργία οδεύει οσονούπω προς κατάργηση ως δικαίωμα ή μάλλον ως πρακτική δυνατότητα, με το νέο συνδικαλιστικό νόμο, που θα βάζει μια σειρά προϋποθέσεις, για να μπορέσει να γίνει συνέλευση σωματείου και να πάρει έγκυρες αποφάσεις. Γιατί πρωθυπουργός μπορείς να βγεις και με το 20% του σώματος, νομοσχέδια μπορούν να ψηφίζονται και με τριάντα βουλευτές παρόντες, διάφορα σωματεία-σφραγίδες μπορούν να έχουν αντιπροσώπους που τους ψήφισαν τα δέντρα... Αλλά η απεργία θα πρέπει να αποφασίζεται τουλάχιστον με τους μισούς (+1) παρόντες. Νόμος (και τάξη).

Αλλά κι ο συνδικαλιστικός νόμος (τώρα που είπες νόμος) δεν είναι θέσφατο, κάτι αμετακίνητο και απαραβίαστο, επειδή απλώς ισχύει -για λιγοστές εμφανίσεις ακόμα. Μπορούμε να τον δούμε κάπως ευέλικτα και να τον παρακάμψουμε κατά περιπτώσεις. Πχ κάτι αναχρονιστικές αγκυλώσεις που λένε πως δεν επιτρέπεται να απολύονται συνδικαλιστές και βάλλουν ευθέως το επιχειρηματικό συμφέρον των ευεργετών μας. Ας μην κολλάμε σε ξύλινες έννοιες, όπως "ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δραστηριότητας στα σύγχρονα κάτεργα" και συναφή παλαιοκομμουνιστικά ρητά, παραγνωρίζοντας το μεγάλο άλμα που γίνεται προς την πραγματική ισότητα, καταργώντας τα προνόμια των διάφορων εργατοπατέρων (εδώ κανονικά κολλάει κι ένα "κομμματόσκυλα", με φωνή τέσσερα, που δείχνει θυμό κι αγανάκτηση, όπως όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης θέλει να δείξει πως τα βάζει με το σύστημα).

Τι να σου κάνει όμως κι η κυβέρνηση απέναντι στην τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη, που δεν παίρνει εντολές από την πολιτική ηγεσία, άσε που κατά βάθος πολεμά το Σύριζα και θέλει να τον ρίξει... Τι να σου κάνει απέναντι στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, που καταργεί την εργάσιμη εβδομάδα και την κάνει λάστιχο; Αφού είναι έτσι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, δοσμένο. Όπως τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε, ίσως και λίγο χειρότερα...

Τι άλλο μπορεί να κάνει πέρα από γραπτές ανακοινώσεις-διαμαρτυρίες και αναρτήσεις στα social media; Αφού άλλο είναι η κυβέρνηση κι άλλο το κράτος και η πραγματική εξουσία. Στοιχειώδης μαρξισμός είναι αυτά...
Και τότε "σφοι" μαρξιστές, όπως λέει κι ένας σφος, αφού δεν μπορείτε να παρέμβετε ως κυβέρνηση στο "βαθύ κράτος", γιατί είχατε λυσσάξει να βγείτε κυβέρνηση και λέγατε πως θα τα αλλάξετε όλα, με ένα νόμο σε ένα άρθρο (κι ένα διάταγμα για τη γη και την ειρήνη); Αν έχετε τα χέρια δεμένα και δεν μπορείτε να σκίσετε μνημόνια, παρά μόνο καλτσόν και μερικούς πόντους αξιοπρέπειας, γιατί δεν μπαίνετε μπροστά για μια επανάσταση, να γίνει αλλαγή τάξης στην εξουσία;

Και το δούλεμα πέφτει σύννεφο (σαν το νέφος που θα φύγει μαζί με τη Δεξιά). Αθάνατες πασοκικές συνταγές, για την "καλύτερη δημοκρατία" που είχαν ποτέ οι αστοί, κι ας μην έχουμε στην κυβέρνηση το καλύτερο ΠαΣοΚ που είχαμε ποτέ, παρά μόνο ένα κακέκτυπό του. Έτσι λειτουργεί η αστική τους δημοκρατία, "χωρίς κυβέρνηση", με ανεξάρτητες αρχές, έτοιμα, δοσμένα πλαίσια, όλα από μόνα τους σαν αυτοδιαχειριζόμενα, αυτοματοποιημένα, λες και δεν υπάρχει κράτος (αφού όλοι το λένε αυτό το τελευταίο).

Άσχετα που (είμαστε ή) γινόμαστε βέβαια Σοβιετία, με κομμουνιστικό κράτος (μην ακούς πως ο κομμουνισμός θα το καταργήσει και πως είναι αντίφαση εν τοις όροις, αυτά είναι διανοουμενίστικα, θολοκουλτουριάρικα) ή σαν τη Βενεζουέλα του Μαδούρο, που χορεύει το Ντεσπασίτο σε μια δική του, σοσιαλιστική εκδοχή...



Να μου φέρεις τον κομμουνισμό σιγά-σιγά, και μετά πιο βίαια και ρυθμικά...

Για όσους πάντως εξακολουθούν να φαντασιώνονται ότι ο Σύριζα είναι κάτι σαν μπολσεβίκοι που στριμώχνουν την αστική δικαιοσύνη, κρατικοποιούν τον ΟΑΣΘ (για να τον ξαναπουλήσουν μετά με κάποιο είδος ΝΕΠ) και μας κάνουν σιγά-σιγά (ντεσπασίτο) Σοβιετία, η μόνη γιατρειά είναι λίγος Μπάμπης Μπατμανίδης.

Χρησιμοποιώ το 27 από μικρό παιδί, Σταυρούπολη-Πανεπιστήμιο διότι η Σταυρούπολη είναι το πανεπιστήμιο της ζωής αλλά γενικότερα είμαι ανοιχτόμυαλος ενίοτε είμαι χρήστης και άλλων γραμμών... Ευτυχώς ο ΟΑΣΘ έχει διατηρήσει το G τα τελευταία χρόνια σε σταθερή τιμή και μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό αναφέρομαι στην σταθερά της παγκόσμιας έλξης, καθώς, μη νομίζεται οι Νεύτωνες κι οι Αϊνστάινδες του κόσμου, σε μία διαδρομή λεωφορείου του ΟΑΣΘ σε ώρες αιχμής διατύπωσαν τις θεωρίες του, είχαν άπλετο χρόνο μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους...

Παρατηρώ πως οι αστικές μετακινήσεις στην πόλη μας, δεν ανταποκρίνονται τουλάχιστον συμβολικά στον ταξικό τους χαρακτήρα, καθώς περισσότερο θα τις χαρακτήριζα μικροαστικές... Από εκεί και πέρα τυγχάνει καμιά φορά το λεωφορείο να έρθει στην ώρα του και να μην προλαβαίνω να καπνίσω το κλασικό τσιγαράκι που ανάβεις στην στάση και στέλνεις τα σήματα καπνού στον οδηγό για να ξεκινήσει κι αυτό είναι πρόβλημα, γιατί τζάμπα πακέτο... Προσωπικά θα ζητούσα ποιο σταθερές καθυστερήσεις και να μπορούμε και εμείς να κάνουμε τον προγραμματισμό μας και να είμαστε συνεπείς στις αργοπορίες μας...

Πιστεύω… την Τέταρτη ψηφίστηκε η κρατικοποίηση ε; Δε το πήρα χαμπάρι μάλλον θα επρόκειτο για εμβόλιμη αγωνιστική...Νομίζω ότι η κίνηση αυτή είναι ένα βήμα πιο κοντά στην σοβιετοποίηση της χώρας μας που επιχειρεί ο «Σύριζας», ο οποίος επιχειρεί να κολεκτιβοποιήσει τα μέσα παραγωγής με απώτερο σκοπό την μελλοντική ιδιωτικοποίηση τους, όταν ο ίδιος θα καταργήσει επαναστατικά το κράτος από τα μέσα...Σατανικό!

Προτείνω μια πρόταση έναν πιο ουμανιστικό χαρακτήρα ο οποίος έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο οδηγό-ελεγκτή-υπάλληλο-μέτοχο του οργανισμού, τον οποίον και δεν πρέπει να ταλαιπωρούμε με την ωφελιμιστική απαίτησή της μετακίνησης, παράγωγο του σαθρού μεταμοντέρνου κοινωνικού οικοδομήματος...Ταυτόχρονα σε μία κρίσιμη καμπή για την επιβίωση του ίδιου του πλανήτη, την ώρα όπου τίθεται εν αμφιβόλω η συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να επαναφέρουμε τα γαϊδουράκια και τα μουλάρια για τις μετακινήσεις, μειώνοντας την εκπομπή ρύπων, δίνοντας ταυτόχρονα στην πόλη μας έναν χαρακτήρα πρωτοπορίας, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την Θεσσαλονίκη, παγκόσμια πρωτεύουσα του χιπστερισμού... Ποια Νέα Υόρκη και ποιο Moma τώρα βρε...

Και πού να ήξερε εκείνη τη διαλεκτική φράση "περισσότερο κράτος, για να μην υπάρχει κράτος"...

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Προβληματίζομαι

Έξω από το χορό πολλά τραγούδια λένε. Αν αρχίζεις και χορεύεις στο ταψί ή συμβατικά, χάνεις την ανάσα σου και μαζί την όρεξη να τραγουδήσεις. Πρέπει λοιπόν να αποκτήσεις καλή φυσική κατάσταση ή αν μιλάμε με πολιτικούς όρους, να γίνεις σφος παντός καιρού, να μη βάζεις κώλο κάτω, χωρίς όμως να χάνεις την ανάσα σου και τη λαλιά σου, να μην προβληματίζεσαι, τι δεν πάει καλά, τι θα μπορούσε να πάει καλύτερα. Και το δικό σου τραγούδι θα έχει μεγαλύτερη αξία, γιατί δεν είναι η ματιά του εξωτερικού παρατηρητή, ο εύκολος αφορισμός, το μακρύ μας και το κοντό μας, αλλά μπορεί να εντοπίσει το πρόβλημα και να εστιάσει στην ουσία.

Αρκεί να μην κουραστείς, να μη γίνεις σαν τους πρώην που ιδιωτεύουν, I 'm never gonna dance again guilty feet I 've got no rythm. Και να μην είσαι από αυτούς που φοβούνται να δράσουν, να χορέψουν, να εκτεθούν. Κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαΐα, μη φοβάσαι θα στον μάθει ο παπάς...

Επίσης, νηστικό αρκούδι δε χορεύει. Αλλά κινητοποιείται, για να διεκδικήσει το ψωμί του. Ενώ αν παραφάει ούτε να χορέψει μπορεί, γιατί θα τα ξεράσει όλα στην πίστα, ούτε να κινητοποιηθεί σοβαρά, γιατί θα τα ξεράσει όλα στον πρώτο ανακριτή, χαρτί και καλαμάρι. Γενικά όμως, το αν θα βγεις μπροστά να αντιδράσεις και να κινητοποιηθείς, δεν έχει να κάνει (μόνο) με το αν τρως ή αν πεινάς και με το ότι μας χορεύουν στο ταψί οι κρατούντες. Δε διαμορφώνεται αυτομάτως από αυτά η συλλογική συνείδηση.

Δεν ξέρω πόση αξία έχουν τα παρακάτω λοιπόν (τουλάχιστον οι φορές που κατεβαίνω στο δρόμο είναι πολλαπλάσιες από αυτές που ανεβαίνω στην πίστα -αν και τώρα που το σκέφτομαι, τα πολλαπλάσια του μηδέν είναι μηδέν) ως λόγια ενός εξωτερικού παρατηρητή, που πολλά τραγούδια λέει. Αλλά θα απαντούσα σε κάποιον που πιστεύει πως ευθυγραμμιζόμαστε πλήρως με τη γραμμή και έχουμε φωνή μόνο για να την περάσουμε στους άλλους, τα εξής.

Προβληματίζομαι πώς θα μπορούσε η καπιταλιστική κρίση να μετατραπεί σε επαναστατική κρίση. με ποιον τρόπο θα μπορούσε η πρωτοπορία κι ο υποκειμενικός παράγοντας να αξιοποιήσει κάποια ρήγματα και να οξύνει τα πράγματα ως την αντικειμενική εμφάνιση της επαναστατικής κατάστασης. Ποια είναι η σχέση τακτικής-στρατηγικής κι αν η τελευταία ταυτίζεται ή όχι με το στρατηγικό στόχο (που για αυτό χρειάζεται ξεχωριστό κείμενο).

Προβληματίζομαι τι θέση θα έχουν στην κοινωνία του μέλλοντος οι εμπορευματικές σχέσεις. Αν η αυτοματοποίηση μπορεί να εξαλείψει αυτόματα τα κατάλοιπα του παρελθόντος ή χωρίζεται κι αυτή σε κατώτερες κι ανώτερες φάσεις. Προβληματίζομαι αν ο εργάτης κι η νοικοκυρά θα μπορούν όντως να αναλάβουν την απλοποιημένη διεύθυνση μιας ολοένα και πιο σύνθετης, εξελιγμένης παραγωγής. Ποια θα είναι η θέση των ειδικών κι αν θα χρειαστεί να τους πληρώνουμε περισσότερο, αν μπορούμε να κρατήσουμε μόνο το κριτήριο του χρόνου (ποσότητα εργασίας) για την ειδικευμένη εργασία. Και ποια θα είναι η προωθητική δύναμη της εξέλιξης σε μια κοινωνία όπου επιλύονται οι βασικές αντιθέσεις.

Προβληματίζομαι πώς θα διαπαιδαγωγηθεί στις μέρες μας το κίνημα σε ποιο δυναμικές διαδηλώσεις (βλέπε και την μπροσούρα "από τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων"), που δε θα είναι εκτονώσεις, στα όρια της προβοκάτσιας, με όρους κοινωνίας του θεάματος.
Πώς θα πιάσουμε επαφή με περισσότερος μετανάστες-πρόσφυγες κι αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένα επαναστατικό άλμα με αξιώσεις, χωρίς να συγκινήσει αυτές τις μάζες και να εξασφαλίσει τη δική τους ενεργό συμμετοχή κι υποστήριξη.
Πώς θα αντιμετωπίσουμε το λούμπεν προλεταριάτο την κρίσιμη στιγμή, πώς θα εξουδετερώσουμε τη μαφία και το οργανωμένο έγκλημα.
Προβληματίζομαι ακόμα και για το ζήτημα των έμφυλων σχέσεων και την ανάγκη να βγει μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία σχετικά.

Σου φαίνονται λίγα όλα αυτά; Ή χωρίς σημασία; Σου φαίνεται πως λιβανίζουμε τη γραμμή και λέμε πως τα κάνουμε όλα σωστά, έχοντας για όλα έτοιμες απαντήσεις; Με/μας προβληματίζουν πολλά και διάφορα, αλλά δεν είναι αυτά που θα ήθελες να ακούσεις.

Όχι, δε με προβληματίζει -με την έννοια που μπαίνει συνήθως- η  εξάρτηση, το ΑΑΔΜ, αν είναι ιμπεριαλιστική η Ελλάδα ή η Ρωσία. Χρειάζεται οπωσδήποτε μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία και συνεχής μελέτη για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, αλλά δεν καταλαβαίνω να την βοηθάν και να την προωθούν τέτοιου είδους προβληματισμοί (εντός ή εκτός εισαγωγικών).

Όχι, δε με προβληματίζει πως το ΚΚΕ χάνει ιστορικές ευκαιρίες, είναι κόμμα λαθών, όπως το 15', ότι δε συνεργάζεται με κανέναν, δε θέλει να κυβερνήσει, να συγκυβερνήσει, να βγάλει υπουργούς, κοκ. Για την ακρίβεια, θα με προβλημάτιζε περισσότερο το αντίθετο.

Με προβληματίζει πχ πώς θα πιάσουμε το νέο ως μορφή και περιεχόμενο στο Φεστιβάλ για να το κάνουμε καλύτερα. Αλλά δε με προβληματίζει το δέντρο του τάδε σελέμπριτι που θα έρθει ή πχ ο Νταλάρας, που είναι εντελώς Πασόκος, αλλά νομίζω πως θα πάω να τον ακούσω κιόλας, ιδίως αν είναι στο πλαίσιο κάποιου αφιερώματος στο Λοΐζο, γιατί -πώς να το κάνουμε;- έχει πει ιστορικά κι ανεπανάληπτα τραγούδια, αντικειμενικά μιλώντας.

Το πρόβλημα είναι πως αυτά που μας προβληματίζουν δεν ικανοποιούν όσους θεωρούν πρόβλημα το ΚΚΕ και περιμένουν κι από εμάς να πούμε το ίδιο, για να αποδείξουμε πως δεν είμαστε κολλημένοι. Αλλιώς θα είμαστε από κομματόσκυλα έως -κατά φαντασίαν- έμμισθοι και δεν υπάρχει σωτηρία -για εμάς, ούτε για αυτούς. Οπότε το ζήτημα είναι να κερδίσουμε όλους τους άλλους, που μπορεί και να επηρεάζονται από όλα αυτά, αλλά δεν είναι χαμένη υπόθεση.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Η απόλαυση του κειμένου

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στην κόκκινη μπλογκόσφαιρα (και ευρύτερα) είναι η εσωστρέφεια. Να τα λέμε και να χαιρόμαστε μεταξύ μας, να επιβεβαιώνουμε ο ένας τον άλλον, να ανταλλάσσουμε like, φιλοφρονήσεις, κοκ. Κάποιοι μπορεί να μαζέψουν περισσότερες θετικές γνώμες, μες στο γενικό ισοζύγιο, κι αλίμονο αν δεν έχουν τις απαραίτητες άμυνες, τους μηχανισμούς και μια στοιχειώδη σεμνότητα, για να αποφύγουν να καβαλήσουν το καλάμι, ως περσόνες-παράγοντες. Αυτό από το μικροαστικό χυλό ερμηνεύεται βέβαια ως κομματική ισοπέδωση της προσωπικότητας, όπου όποιο κεφάλι περισσεύει και κοιτάζει ψηλότερα, πρέπει να κόβεται, για να επιστρέψει στην καταθλιπτική ομοιομορφία. Κι είναι αυτός ακριβώς ο περίγυρος, που βοηθάει το Βοναπάρτη που κρύβεις μέσα σου να εκδηλωθεί και να ξεφύγει.
-Τι σπουδαίο μυαλό, γιατί δεν έχει τέτοια το κόμμα σήμερα;

Είναι πολύ σεβαστοί λοιπόν οι ιστογράφοι, δημοσιολόγοι, δημοσιογράφοι (με την κυριολεκτική έννοια, όσων γράφουν δημόσια) κτλ, που αποφεύγουν αυτό το σκόπελο, αποκτούν ευρύτερη απεύθυνση, συσπειρώνουν ένα κοινό, που δεν είναι στενά κομματικό, αλλά σε μια πορεία χρόνου και κειμένων, προσεγγίζουν τις θέσεις μας, σπάνε τείχη και προκαταλήψεις χρόνων, γίνονται αυτό που θα λέγαμε "διαδικτυακές επιρροές". Αλλά είναι ζήτημα αν θα τις συναντήσουμε ποτέ στην πραγματική ζωή. Όχι γιατί είναι διαδικτυακές, εικονικές, δηλαδή χωρίς πραγματική υπόσταση και ζωντανή επαφή -αν ήταν αυτό το πρόβλημα, θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα και το δίκτυο θα ήταν απλώς η αφορμή (γνωριμία) για μια πιο ουσιαστική συνάντηση. Αλλά γιατί πολλές φορές τείνουμε (κι εμείς ακόμα, εν μέρει ίσως) σε ένα "τι καλά που τα λέει ο τάδε", που αν το ξύσεις, δεν έχει κανένα πολιτικό αντίκρισμα, δεν προσφέρει πολλά, δε σημαίνει πως ο "θαυμαστής" έχει κατανοήσει αυτό που λέει πολύ ωραία ο τάδε, ότι τα αφομοίωσε και μπορεί να τα επαναλάβει -ως κτήμα του κι όχι μηχανικά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να σταματήσει να θαυμάζει και να αρχίσει να σκέφτεται και να προβληματίζεται -ακόμα κι αν διαφωνήσει, αυτό σημαίνει πως πήρε τροφή για σκέψη και είναι πολύ πιο γόνιμο απ' το παραπάνω είδος συμφωνίας.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα κι όταν τα λέμε μεταξύ μας. Όχι ότι είμαστε από την ίδια πλευρά και δεν έχει ενδιαφέρον η συζήτηση, γιατί δε διαφωνούμε. Εξάλλου η κουβέντα μπορεί να είναι πολύ πιο γόνιμη και να έχει νόημα, όταν γίνεται μεταξύ ομονοούντων -κι ας έφριτταν κάποιοι όταν το είχε πει η Αλέκα- που συμφωνούν στα βασικά κι είναι ανοιχτοί στα υπόλοιπα, αρκεί να λέμε κάτι ενδιαφέρον, άξιο λόγου, που να τροφοδοτεί την αναζήτηση, αντί για μια βαρετή συμφωνία και τα μεταξύ μας ζήτω και γεια.

Δεν πιστεύω πως εξαντλείται εύκολα το ζήτημα, αλλά μια βασική προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως σκοπού κι απεύθυνσης, είναι να γράφεις κάτι που θέλεις, ξεκινώντας από μια δική σου εσωτερική ανάγκη, κι όχι επειδή είναι (υπο)χρέωση και καταφεύγεις σε μια ανέμπνευστη διεκπεραίωση, γιατί όσο αμύητος κι αν είναι ο άλλος, αυτό δε χρειάζεται κατάρτιση για να το καταλάβει και το διαισθάνεται πολύ εύκολα. Όχι γιατί (θεωρείς πως) είσαι ο μεγάλος εκλαϊκευτής-αγκιτάτορας, που θα εξηγήσει κάτι στον κόσμο, ούτε νομίζοντας πως φτιάχνεις κάτι πέρα από καθαρά δικές σου νοητικές ασκήσεις, πχ ένα θεωρητικό εργαστήριο, με αυστηρούς, συστηματικούς κανόνες για όσους κάνουν το λάθος να διαβούν την πόρτα και να συμμετέχουν. Γιατί τότε παίρνεις πολύ σοβαρά το διαδίκτυο και τον εαυτό σου, και ο τοίχος σε περιμένεις στη γωνία, για να πέσεις πάνω του με φόρα.

Ασφαλής αλληλεπιδράς με το κοινό, μπαίνεις σε διάφορα τριπάκια, τυποποιήσεις, ακόμα και τη λογική να γράφεις κάθε μέρα. Θέλω να πως πως δεν υπάρχει καθαρή, εσωτερική ανάγκη, που να την χωρίζουν σινικά τείχη με τον έξω κόσμο. Ασφαλώς όμως πρέπει να υπάρχει ως πυρήνας για αυτή την έκθεση (ιδεών και του εαυτού σου) κάποιος λόγος. Και παράλληλα αυτός ο λόγος είναι πρωτίστως εσωτερικός και ακολούθως μοιράζεται, εξωτερικεύεται κι αλληλεπιδρά, για να διαμορφωθεί σε κάτι ολοκληρωμένο. Κι όσο πιο καλά κρυμμένη είναι η πρόθεσή του, όσο δε δηλώνει φανερά το στόχο του (πχ να διδάξει τους άλλους και να τους διαφωτίσει) τόσο πιθανότερο είναι να τον πετύχει, αντιμετωπίζοντας τον αναγνώστη ως (τουλάχιστον) ισότιμο.

Εν κατακλείδι, μπορείς να γράφεις ό,τι κι όπως θες, για λίγους, για πολλούς, εκλεκτούς, αιρετούς και διορισμένους, για τις μάζες, ή για άμαζες ελίτ που τις απεχθάνονται. Αλλά πρέπει να είναι κάτι αληθινό, κάτι αυθεντικό, για να έχει αξία και να έχει πιθανότητες να προσελκύσει κάποιον άλλο -κι ας μην το πετύχει στην τελική. Εξάλλου το ζητούμενο δεν είναι η προσέγγιση για την προσέγγιση -και τι ωραία που τα λες- αλλά ο τρόπος κι όροι με τους οποίους θα γίνει.

Δεν ξέρω αν όλα αυτά βγάζουν κάποιο νόημα και για όσους τα διαβάζουν -πέρα από τη δική μου σκέψη. Πάντως δεν έφτασαν στο δια ταύτα, και πιθανότατα θα ακολουθήσει κι ένα δεύτερο μέρος -για όσους δε βρήκαν το πρώτο ημίχρονο φλύαρη "σούπα" μες στο κατακαλόκαιρο, χωρίς σημαντικές φάσεις.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

12 σημεία για τον ισπανικό εμφύλιο

Για να μη μείνει πολύ καιρό χωρίς ανανέωση το Σφυροδρέπανο, η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει από την Κατιούσα ένα κείμενο που συμπυκνώνει ορισμένα βασικά σημεία, σαν εισαγωγή στον ισπανικό εμφύλιο, 81 χρόνια από την έναρξή του. Καλή ανάγνωση.


-Ο ισπανικός εμφύλιος είχε διεθνές αντίκτυπο και θεωρήθηκε το προοίμιο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η ναζιστική Γερμανία είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει να εξελίξει μια σειρά όπλα και τεχνικές της πολεμικής της μηχανής, ενώ η ανοχή που επέδειξαν Άγγλοι και Γάλλοι στην ενεργό ανάμειξή της ήταν ουσιαστικά πράσινο φως, για να συνεχίσει την επέκτασή της προς Ανατολάς.

-Η διεθνής πολιτική της "μη επέμβασης" ήταν μια απροκάλυπτη εξαπάτηση, που στήθηκε περισσότερο για να εμποδίσει την ενίσχυση της Σοβιετικής Ένωσης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, αφήνοντας ανενόχλητο το στρατό του Μουσολίνι και τη ναζιστική Γερμανία να αλωνίζουν.
Χαρακτηριστική ήταν η στάση της γαλλικής κυβέρνησης που μολονότι ήταν κι αυτή Λαϊκομετωπική, άφησε ουσιαστικά αβοήθητους τους Ισπανούς ομοϊδεάτες της.

-Η Δημοκρατική Κυβέρνηση έλαβε τη μεγαλύτερη ενίσχυση από τη διεθνιστική βοήθεια της ΕΣΣΔ, αλλά και από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, που ήρθαν να πολεμήσουν εθελοντικά στο πλευρό της Ισπανικής Δημοκρατίας, γράφοντας χρυσές σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας. Ανάμεσά τους και δεκάδες Έλληνες αγωνιστές (Βαβούδης, Σακαρέλλος, Βιδάλης, κ.ά.), που πολέμησαν στις γραμμές του τάγματος "Γκεόργκι Ντιμιτρόφ" συγκροτώντας το λόχο "Νίκος Ζαχαριάδης" (που αργότερα μετονομάστηκε σε "Ρήγας Φεραίος".

-Η μέρα της επίθεσης δεν επιλέχτηκε τυχαία, αλλά -μεταξύ άλλων- για να ματαιώσει τη Διεθνή Σπαρτακιάδα, με συμμετοχή χιλιάδων αθλητών από όλο τον κόσμο, που θα ξεκινούσε την επόμενη μέρα στη Βαρκελώνη. Όλα αυτά λίγες μόλις μέρες πριν τη ναζιστική φιέστα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, και πριν από την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά στην Ελλάδα.

-Οι πραξικοπηματίες είχαν μαζί τους μεγάλο τμήμα των ανώτερων αξιωματικών του στρατού -αφού η κυβέρνηση αμέλησε να εκκαθαρίσει τους φασιστικούς θύλακες- και πίστευαν πως χάρη στον αιφνιδιασμό, θα επικρατήσουν άμεσα και χωρίς σοβαρή αντίσταση. Ωστόσο, παρά την ασυγχώρητη ολιγωρία των κυβερνητικών αρχών και την άρνησή τους ανά περιπτώσεις να εξοπλίσουν τις λαϊκές μάζες, για να αποτρέψουν την κατάληψη κάποιων πόλεων από τον εχθρό, η αντίσταση οργανώθηκε, μαζικοποιήθηκε και κράτησε σχεδόν τρία χρόνια, με χαρακτηριστικό και πιο σπουδαίο επεισόδιο την επιτυχή υπεράσπιση της Μαδρίτης.


-Μία από τις εμβληματικές μορφές του αγώνα ήταν η θρυλική κομμουνίστρια Ντολόρες Ιμπαρούρι ή Πασιονάρια, όπως έμεινε στην ιστορία, για τους φλογερούς λόγους της και το περίφημο σύνθημα "No pasaran" -δε θα περάσουν. Μετά την ήττα των Δημοκρατικών, κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση κι επέστρεψε στην Ισπανία, μόλις μετά από το θάνατο του Φράνκο. Αν και ιστορικό στέλεχος, φέρει σοβαρή ευθύνη για τη ευρωκομμουνιστική μετάλλαξη του ΚΚ στη χώρα της. Έφυγε πλήρης ημερών το Νοέμβρη του 89', τρεις μόλις μέρες μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου -για το συμβολισμό του πράγματος.

-Ο βομβαρδισμός της μικρής κωμόπολης της Γκερνίκα στη χώρα των Βάσκων από τα ναζιστικά αεροπλάνα, ήταν μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του Ισπανικού Εμφυλίου (το πόσο σχετικός είναι ο όρος φαίνεται από το ότι ο βομβαρδισμός έγινε από τους Γερμανούς) που ενέπνευσε στον Πικάσο το ομώνυμο αριστούργημά του.
Ο κυβισμός διαλύει τις μορφές (έμψυχα κι αντικείμενα) για να αναδείξει όλες τις διαστάσεις τους κι είναι ίσως το πιο κατάλληλο ρεύμα-τεχνοτροπία, για να αποδώσει τη φρικιαστική διάσταση του πολέμου και του φασισμού, που διαλύει την ανθρώπινη ζωή.


-Ο ισπανικός εμφύλιος παρουσιάζει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, γιατί δοκιμάστηκαν στην πράξη οι στρατηγικές των βασικών πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονταν στο προσκήνιο. Πρέπει να σημειωθεί βέβαια πως στην πράξη, οι αναρχικοί πχ ακολούθησαν τελείως διαφορετικά μονοπάτια από τις θεωρητικές ρους αρχές, αναλαμβάνοντας λίγα υπουργεία στην κυβέρνηση. Ενώ και ένα μέρος του κομμουνιστικού κινήματος βλέπει αυτοκριτικά την εμπειρία του ισπανικού εμφυλίου και τους παράγοντες που οδήγησαν στην ήττα.

-Ο εμφύλιος μες στον εμφύλιο, που κορυφώθηκε το Μάη του 37' στη Βαρκελώνη, αλλά υπήρχε με διάφορες μορφές και προς διάφορες κατευθύνσεις καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που δείχνει ακριβώς αυτές τις αποκλίνουσες στρατηγικές και τις αντιθέσεις στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατοπέδου. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ανέδειξε τα όριά της και την αναποτελεσματικότητά της ως προς το βασικό στόχο που έθεσε εξ αρχής: την απόκρουση του φασισμού.

-Από την άλλη, το πραξικόπημα των Φρανκιστών αποδεικνύει πόσο ανεκτική είναι η αστική τάξη στις δημοκρατικές διαδικασίες, όταν αυτές στρέφονται ενάντια στις επιδιώξεις της, και πόσο αποφασισμένη ήταν να μην αποδεχτεί την ύπαρξη μιας κόκκινης (ή ερυθρίζουσας) Ισπανίας στο μαλακό υπογάστριο της Γαλλίας και της Κεντρικής Ευρώπης, ως στήριγμα των Σοβιετικών, εν όψει του Β' παγκοσμίου πολέμου. Οι δυνάμεις που ένιψαν τα χέρια τους στην κολυμβήθρα της "μη επέμβασης", τα έβαψαν με το αίμα των θυμάτων του φασισμού, εγχώριου και διεθνούς.

-Ο ισπανικός εμφύλιος παρουσιάζει μερικές αξιοσημείωτες ομοιότητες με τον αντίστοιχο ελληνικό, ακόμα και ως προς αυτά που ακολούθησαν, ως το 1974-75 (με την πτώση δυο δικτατοριών). Μια βασική διαφορά είναι πως στην Ισπανία το κομμουνιστικό κίνημα δεν κατάφερε να αξιοποιήσει την πλούσια παρακαταθήκη και το βαρύ ιστορικό φορτίο που άφησε αυτή η κορύφωση της ταξικής πάλης, οδηγούμενο στον ευρωκομμουνισμό.

-Στην ιστορία έχουν μείνει πολλά εμβληματικά κομμουνιστικά κι αναρχικά τραγούδια εκείνης της εποχής. Ένα από αυτά είναι και το υπέροχο "gallo rojo" (κόκκινος κόκορας) που αντιπαλεύει το φασισμό (το μαύρο κόκορα).



Se miraron cara a cara
y atacó el negro primero.
El gallo rojo es valiente
pero el negro es traicionero.

Gallo negro, gallo negro,
gallo negro, te lo advierto:
no se rinde un gallo rojo
mas que cuando está ya muerto


Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο
κι επιτέθηκε πρώτος ο μαύρος.
Ο κόκκινος πετεινός είναι γενναίος
αλλά ο μαύρος είναι προδότης.
Μαύρε κόκορα, μαύρε κόκορα,
μαύρε κόκορα, σε προειδοποιώ:
Δεν παραδίδεται ένας κόκκινος κόκορας
Παρά μόνο όταν είναι πια νεκρός.

Το τραγούδι διασκευάστηκε στα Ελληνικά, με στίχους (του Β. Γκούφα) που αναφέρονται αλληγορικά στον ήρωα Νίκο Μπελογιάννη, και τραγουδήθηκε από την (πολύ νεαρή τότε) Ελένη Βιτάλη.

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Το κόκκινο αγγούρι

Αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Τις προάλλες, η κε του μπλοκ βρέθηκε σε μια εκδήλωση των καλλιτεχνών με τη Μηλιαρονικολάκη και το θέμα που αναφέρεται στον υπότιτλο της ανάρτησης (και θύμιζε συνειρμικά μια σειρά μπροσούρες του ΚΣ της ΚΝΕ "αλήθειες και ψέματα στο σοσιαλισμό"). Ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, τα νοήματα δεν ήταν βαριά κι ασήκωτα, τουλάχιστον όχι όσο βαρύς κι ασήκωτος ήμουν εγώ για ένα άτυχο έπιπλο στο στέκι της ΚΝΕ (όπου βρισκόταν τα γραφεία του αλήστου μνήμης ΚΜΕ), που άντεξε ένα φίλο που δεν τρώει ψωμί ("ελαφρύ πόδι" όπως θα τον έλεγαν στα Λούκι-Λουκ), όχι όμως κι εμένα.

Το δικό μου έργο τέχνης (όχι ο πίνακας)
Παρακάτω κάνω μια επιλεκτική και πρόχειρη κωδικοποίηση κάποιων σημείων της εκδήλωσης, ενώ σε δεύτερη φάση, ίσως ακολουθήσουν κάποιοι συνειρμοί που συσχετίζουν την τέχνη της πολιτικής με τις τέχνες και τον πολιτισμό -που έχει την ίδια ρίζα με την πολιτική.

Εν αρχή ην η λαϊκότητα. Το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να μιλάει τη γλώσσα του λαού. Αλλά ο,τι είναι κατανοητό από τις ευρύτερες μάζες, δεν είναι απαραίτητα και λαϊκό -χώρια που μια αλλοτριωμένη εργατική συνείδηση ενσωματώνει στον ένα ή τον άλλο βαθμό και την αστική κουλτούρα. Στον αντίποδα, υπάρχουν παραδείγματα, όπως οι συμφωνίες του Σοστακόβιτς, που ο σοβιετικός λαός τις καταλάβαινε και τις αγαπούσε, που δείχνουν ότι κάποια πράγματα είναι σχετικά και δεν πρέπει να τα προδικάζουμε (πως δε θα γίνουν αντιληπτά από τις λαϊκές μάζες). Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν ο πήχης θα μπει ψηλά ή πιο χαμηλά. Το βασικό είναι να εξυψώνει κάθε φορά το επίπεδο και την καλλιέργεια του λαού.

Δεύτερο στοιχείο, που απασχόλησε στην πράξη και τους σοβιετικούς, είναι η κομματικότητα στη στρατευμένη τέχνη. Η οποία επιλέγει να στρατευτεί με ταξικό κριτήριο στην επαναστατική υπόθεση, αλλά αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί άνωθεν ή να γίνει με τυποποιημένο τρόπο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ένα έργο που θέλοντας να αποδώσει τη μοναδικότητα του Λένιν (ο οποίος δε θύμιζε κανέναν άλλο), αποτύπωσε κάτι που δεν υπήρχε: ένα κόκκινο αγγούρι!

Ένα άλλο ζήτημα είναι αν η τέχνη πρέπει να ακολουθεί πιστά τις αλλαγές και τα ζιγκ-ζαγκ της πολιτικής γραμμής, πχ στην περίοδο των αντιφασιστικών μετώπων, με την οποία, παρεμπιπτόντως, δε συμβιβάστηκε ποτέ ο Μπρεχτ (τον οποίο, παρεμπιπτόντως, ανέφερε συνεχώς η Μηλιαρονικολάκη -ούτε ερωτευμένη να ήταν). Αναφέρθηκε στην αλλαγή στάσης του κόμματος απέναντι στον Παλαμά, που στηλιτευόταν για το μεγαλοϊδεατισμό του, μέχρι που κυκλοφόρησε η γνωστή μπροσούρα του Ζαχαριάδη για τον "αληθινό Παλαμά". Κι έκανε μια κριτική αναφορά στην εισήγηση του Γκόρκι στο 1ο Συνέδριο των σοβιετικών λογοτεχνών, που συνδύαζε το ρεαλισμό με τον επαναστατικό ρομαντισμό, δίνοντας έτσι έμφαση στο επιθυμητό, που υποβαθμίζει τις αντιφάσεις της πραγματικής ζωής.

Πιο κριτική αναφορά έγινε στη θεωρητικοποίηση μιας ορισμένης τάσης που κατέληξε για την τέχνη στη φόρμουλα "εθνική στη μορφή, σοσιαλιστική στο περιεχόμενο" ρέποντας ως ένα βαθμό προς τον εθνικισμό. Καθώς και την αντανάκλαση που είχε η στροφή του 20ού συνεδρίου στην καλλιτεχνική δημιουργία, όπου πολλές φορές δε φαίνεται να υπάρχουν αντιφάσεις. Συνεπώς που είναι ο ρεαλισμός για να υπάρχει και σοσιαλισμός (πόσο μάλλον σοσιαλιστικός ρεαλισμός);

Σημείωσα και συγκράτησα επίσης τα εξής:
-ότι η μορφή είναι ο σκελετός στον οποίο χτίζεται το περιεχόμενο κι όχι κάτι έξω από αυτόν.
-ότι το μεταμοντέρνο αντέγραψε τα χειρότερα στοιχεία του μοντέρνου.
-ότι πρέπει να διαβάσουμε και λογοτεχνικά έργα, εκτός από θεωρητικές, επιστημονικές μελέτες, για να καταλάβουμε σφαιρικά μια εποχή ή πχ τον πλούτο των καταστάσεων που δίνει μια επαναστατική περίοδος.
-ότι ο φουτουρισμός στην Ιταλία συνδέθηκε σε σημαντικό βαθμό με το φασισμό του Μουσολίνι, σε αντίθεση με την πορεία που ακολούθησε στη Σοβιετική Ένωση.

-Ότι ουσία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι να πάρει ταξική θέση, να αναδείξει την ουσία της πραγματικότητας και πώς αυτή θα αλλάξει.
-αλλά το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να "κρύβει" την πρόθεσή του, να μην τη βγάζει άγαρμπα επί σκηνής (ή επί οθόνης ή στις σελίδες του), αλλά να την αφήνει να διαφαίνεται από το περιεχόμενο.
-τον προβληματισμό σχετικά με την απολυτοποίηση του κανόνα που λέει πως κάθε έργο πρέπει να αναδεικνύει μια αισιόδοξη προοπτική για την αλλαγή του κόσμου, που οδήγησε σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, όπως την κριτική στους Μοιραίους του Βάρναλη, που αποτύπωνε ρεαλιστικά μια υπαρκτή τάση. Δεν μπορεί κάθε έργο να αισιόδοξο, ανεξάρτητα από τη δική μας ιστορική αισιοδοξία πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και να φτάσει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

-Ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, σε αντίθεση με άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα δε συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη τεχνοτροπία κι αφήνει πλήρη εκφραστική ελευθερία στον καλλιτέχνη.
Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι τη δεκαετία του 30' στο κομμουνιστικό κίνημα συσπειρωνόταν ένας μεγάλος αριθμός σουρεαλιστών καλλιτεχνών (που σε αφήνει με την απορία πώς θα μπορούσε να 'ναι ένα ρεύμα σοσιαλιστικού σουρεαλισμού). Και ότι ακόμα και πολλές αστικές αναλύσεις διακρίνουν πως ο Χικμέτ έχει πιο μεστά έργα από τη στιγμή που ασπάστηκε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, άσχετα αν δυσκολεύονται να το παραδεχτούν ανοιχτά και προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μπερδεμένες διατυπώσεις.

-Σημειώνω επίσης ως δική μου σκέψη πως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι δόγμα, αλλά μέθοδος για δράση, όπως ακριβώς ο μαρξισμός. Μένει όμως το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστικός ρεαλισμός σε μη σοσιαλιστικές συνθήκες (κατά αντιστοιχία της επαναστατικής δράσης-συνείδησης, σε μη επαναστατικές συνθήκες).
Κι αν κάποιος καλλιτέχνης μπορεί να έχει δημιουργία που να είναι σοσιαλιστικός ρεαλισμός, χωρίς να έχει βαθιά κατανόηση του μαρξισμού. Άραγε αρκεί να είναι απλά αριστερός, όπως ήταν πχ ο Μίκης; Και ποια ήταν η σχέση του Ρίτσου με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό; (Η Μηλιαρονικολάκη είπε ότι έχει αρκετά έργα, όπως τον Επιτάφιο, που ακολουθούν αυτό το ρεύμα)

-Και τέλος το ερώτημα αν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι κριτική θεωρία κι αν αποτελεί όντως τελικά καλλιτεχνικό ρεύμα ή κάτι ευρύτερο, πχ φιλοσοφική αντίληψη, εφόσον δε συνδέεται με μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Επ' αυτού η Μηλιαρονικολάκη είπε πως η αισθητική (και όχι ο σ.ρ) είναι φιλοσοφικός κλάδος, και πως πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ του ρεύματος -που σχεδόν πάντα συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση- της τεχνοτροπίας και των τεχνικών μέσων.
Έχω όμως την αίσθηση πως αυτό χρειάζεται περισσότερη ανάλυση.

Κι αν κάτι από τα παραπάνω δε σας κολλάει καλά, η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά εμένα και την πτώση από το λιγόψυχο έπιπλο που βάρυνα εγώ.